Λίγα λόγια για το έργο
Κυριακή 29 Απριλίου 2018
Παρασκευή 20 Απριλίου 2018
ήρθε η Άνοιξη
– Τι είναι το κόκκινο χρώµα;
– Ένα χαστούκι από παπαρούνες!
– Τι είναι η δόξα;
– Τι είναι το χρυσάνθεµο;
– Μια καλόκαρδη µέρα στο ποτήρι.– Τι είναι η Πούλια;
– Μυστική κρύπτη των ποιητών.
– Συνουσία επ' άπειρον.
Από τα πεζά κείμενα του Οδυσσέα Ελύτη, «Ανοιχτά Χαρτιά».
Τετάρτη 4 Απριλίου 2018
Καλή Ανάσταση
ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ, «Πριν την Ανάσταση»
«Ίσως να ήταν περί το μεσονύχτι,
πριν ή μετά, δεν ξέρω, ξύπνησα
στο σκοτάδι όμως, θαρρείς,
δεν ανοίγουν τα μάτια.
Τι ώρα πηγαίναμε στην εκκλησία τότε;
Κάποτε δεν κοιμόμασταν, περιμένοντας,
ή μας έπιανε ύπνος ελαφρύς
και ξυπνούσαμε καλοδιάθετοι,
με τις πρώτες καμπάνες.
Χρόνια τώρα, δεν πηγαίνω στην εκκλησία.
Χάνεται μέσα μου η σημασία της,
ώσπου πια καθόλου… Είναι δυνατόν,
τίποτα να μην απομένει
απ’ την εύχαρη του ανθρώπου ηλικία;
Πόσο είχα παρακαλέσει, ώσπου έπαψα.
Ανάσταση περίμενα απ’ τις φτωχές μου
αισθήσεις, του σώματος. Αν όχι τίποτ’ άλλο,
τώρα, που δεν πιστεύω, γνωρίζω
την αμαρτία μου.
Πόσο ήταν ωραία, τότε…
Στεκόμασταν στον αυλόγυρο,
γεμάτον κόσμο ελεύθερο. Γελούσαν,
μιλούσαν οι άνθρωποι.
Η ορθοδοξία
αφήνει ακέριο το πνεύμα της προσφοράς.
Ελεύθερα να προσέλθω σε σένα, Κύριε.
Οι άνθρωποι φαίνονταν ξεκούραστοι,
την γιορτή περιμένοντας, το αύριο
νάρθει της χαρούμενης μέρας,
έλαμπε το βλέμμα, το πρόσωπο.
Με πνίγει τούτο το σκοτάδι.
Δεν θέλω ν’ ανάψω το μέτριο φως.
Θα μου στερήσει τα ενθύμια που βλέπω,
τα πράγματα ορίζοντας γύρω μου.
Πώς περιμέναμε την Ανάσταση!
Δίχως αμφιβολία έρχονταν η Λαμπρή,
«Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν λαοί».
Άνοιγαν οι πύλες, η πομπή προχωρούσε
με ψαλμούς κι’ εξαπτέρυγα, άστραφταν
τα πολύτιμα, άναβαν μυριάδες τα κεριά
των χριστιανών, φλόγες πίστης,
σημείο χαράς.
Μιαν μικρήν εικόνα της Ανάστασης
είχε η ενορία μας. Σπρωχνόμασταν
για ν’ ασπαστούμε, οχλαγωγή. Γελούσαν
χαρούμενοι οι πιστοί, στα χέρια
κόκκιν’ αυγά, άναβαν βεγγαλικά
κι’ οι μεγαλείτεροι σαν τα παιδιά.
«Ουκ έστιν ώδε αλλ’ ηγέρθη».
Μένω ξαπλωμένος, δεν ανάβω το φως,
δεν περιμένω τίποτα.
Δεν πάω με τους άλλους να μοιραστώ
την πλάνη της χαράς.
Χαρά δεν υπάρχει;
Υπάρχει πάντα η ανάσταση,
όχι ορισμένη και πιθανή,
υπάρχει απίθανη περίλαμπρη δόξα,
η φωτεινή έκσταση, δεν μπορούν
δίχως αυτήν οι άνθρωποι,
που περιμένουν σε νηστεία και προσευχή.
«Ουκ έστιν ώδε αλλ’ ηγέρθη».
Ακόμα δεν ήρθε η ώρα, φαίνεται.
Δεν ακούω τους χαρμόσυνους ήχους.
Πόσο ακόμα και τότε, σαν η καταστροφή
της άρνησης, η αμφιβολία είχεν αρχίσει,
με συγκινούσε βαθιά η χαρά
πάνδημη του κόσμου συμμετοχή, στην γιορτή.
«Χριστός ανέστη». Ύμνος κι’ οι κρότοι
των όπλων κι’ όλες οι καμπάνες μαζί,
σ’ όλην την πόλη κι’ οι άνθρωποι
όλοι μαζί είχαν την ίδια χαρά,
τέλειωνε η προσφορά της προσπάθειας,
τους πένθους, της συλλοής.
Κοιτάζω το παρελθόν.
Δεν σ’ αρνιέμαι, Κύριε, της αγάπης,
της ανάστασης ένδοξης του ανθρώπου.
Πολλή με σκεπάζει αμαρτία της γνώσης,
όμως θα περιμένω μιαν αρχή της αγάπης
ξανά, που δίνεται παρηγοριά
της θλιμμένης επίμονης σκέψης.
Αρχή, χαραυγή,
«ήν δε όρθρου βαθέος…»
Να πιστέψουμε στην ημέρα της ζωής.
Ελπίδες, αναμνήσεις δεν αρκούν
οι κόποι. Η σκέψη θολώνει
το κόκκινο της θυσίας αίμα.
Πρέπει το σώμα να σηκωθεί,
να πάει με τους άλλους μαζί, να χαρεί
την γιορτή, την απλή χαρά,
να δεχτεί την πλούσια συμμετοχή,
να παραδεχτεί τη χαρά προσιτή.
Ανάσταση να χαρεί, λευτεριά
ύστερ’ απ’ το πλήθος του πόνου,
πίστη, την αγάπη του ανθρώπου.»
(Από τη συλλογή Της μοναξιάς και της έπαρσης, 1951)
Σάββατο 31 Μαρτίου 2018
21 Μαρτίου: Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης
Οι μαθητές "ποιούσι" και αφιερώνουν:
Το σκοτάδι σκέπασε τη Γη.
Οι θάλασσες κοκκίνισαν
και τα βουνά μελάνιασαν.
Τα πουλιά δεν πετούν στον ουρανό.
Παιχνίδι για τα παιδιά οι σφαίρες
το πάρκο με τις κούνιες παρελθόν.
Η μάνα φωνάζει τα παιδιά για φαγητό
Μα δεν υπάρχει φαγητό, ούτε και η μάνα.
Μα θα ανοίξουν οι ουρανοί.
Θα ξεπροβάλει πάλι ο ήλιος
Θα σβήσουν τελείως οι φωτιές.
Κι η αγάπη θα ξαναμπεί στις καρδιές.
Το σκοτάδι σκέπασε τη Γη.
Οι θάλασσες κοκκίνισαν
και τα βουνά μελάνιασαν.
Τα πουλιά δεν πετούν στον ουρανό.
Παιχνίδι για τα παιδιά οι σφαίρες
το πάρκο με τις κούνιες παρελθόν.
Η μάνα φωνάζει τα παιδιά για φαγητό
Μα δεν υπάρχει φαγητό, ούτε και η μάνα.
Μα θα ανοίξουν οι ουρανοί.
Θα ξεπροβάλει πάλι ο ήλιος
Θα σβήσουν τελείως οι φωτιές.
Κι η αγάπη θα ξαναμπεί στις καρδιές.
Αφιερωμένο στα θύματα των πολέμων
Ένα άσχημο τέλος
Μια καθιερωμένη αρχή
Ένας μαύρος ήλιος
Και φωτεινή η Σελήνη
Ποτέ δεν την ένοιαξε
Αν οι άλλοι μιλανε
Γιατί ποτέ δεν ήξερε
Πως ποτέ δεν ρωτάνε
Η σάρκα της κάθε μερα έλιωνε
Τα βράχια της καρδιάς της την κρατούσαν πίσω
Η εμμονή της για το καλο
Την ανάγκασε να φτάσει στο τελευταίο οριο
Δεν ξεκίνησε ακόμα την αρχή του τέλους
Μα όταν τα καταφέρει θα είναι η απόλυτη λύτρωση για αυτή
Αναρωτιέται το ποτέ επιτέλους
Μα τεράστια η επιθυμία για τη ζωή
Γλυκιά ζωή ...
Δεν πρόλαβε να ζήσει όσα ήθελε
Τόσες εμπειρίες που μέσα στην φωτιά πέταξε
Δεν μπόρεσε να τα αφήσει πίσω
Γιατί ποτέ κανείς δεν νοιάστηκε να δει
Ποσο μπορεί να υποφέρει αυτή η ψυχή
Αφιερωμένο στις κοπέλες που αυτοκτόνησαν χωρίς να καταλάβει κανένας και τίποτα
Πέμπτη 22 Μαρτίου 2018
21 Μαρτίου - Εαρινή ισημερία
ΕΛΥΤΗΣ, Ο Μικρός Ναυτίλος
ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΧΡΟΝΟΥΣ ΠΕΡΠΑΤΑΜΕ.
Λέμε τον ουρανό “ουρανό” και τη θάλασσα “θάλασσα”.
Θ’ αλλάξουν όλα μια μέρα κι εμείς μαζί τους θ’
αλλάξουμε, αλλά η φύση μας ανεπανόρθωτα θα ‘ναι χαραγμένη πάνω στη γεωμετρία
που καταφρονέσαμε στον Πλάτωνα.
Και μεσ’ απ’ αυτήν, όταν σκύβουμε, όπως σκύβουμε
καμιά φορά πάνω στα νερά του νησιού μας,
θα βρίσκουμε τους ίδιους καστανούς λόφους, όρμους
και κάβους, τους ίδιους ανεμόμυλους και τις ίδιες ερημοκλησιές, τα σπιτάκια που
ακουμπάνε το ‘να στ’ άλλο, και τ’ αμπέλια που κοιμούνται σα μικρά παιδιά, τους
τρούλους και τους περιστεριώνες.
Δε θέλω να πω αυτά τα ίδια.
Θέλω να πω τις ίδιες φυσικές και αυθόρμητες
κινήσεις της ψυχής που γεννούν και διατάσσουν
προς ορισμένη κατεύθυνση την ύλη.
Τις ίδιες αναπάλσεις, τις ίδιες ανατάσεις προς το
βαθύτερο νόημα ενός ταπεινού Παραδείσου,
που είναι
ο αληθινός μας εαυτός,
το δίκιο μας, η ελευθερία μας, ο δεύτερος και
πραγματικός ηθικός μας ήλιος.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)











