Κάποια ερωτήματα ο άνθρωπος δεν τα θέτει επειδή γνωρίζει την απάντησή τους, αλλά επειδή δεν μπορεί να ζήσει χωρίς να τα θέσει. Παραδείγματος χάριν, τι είναι το Είναι;, τι σημαίνει να είσαι Άνθρωπος;, Τι είναι η Αλήθεια; Μπορεί να υπάρξει αλήθεια πέραν από αυτό που συλλαμβάνουν οι αισθήσεις; Υπάρχει απόλυτο θεμέλιο της πραγματικότητας; , και πάνω από όλα υπάρχει Θεός; Τι είναι o Θεός;
Τα
ερωτήματα αυτά - και άλλα τόσα – γίνονται εύφορα κλήματα αμπέλου της Φιλοσοφίας και της Θεολογία. Η διαφορά έγγυται στη φορά
της έρευνας για την εξεύρεση της αληθούς ή ψευδούς σχέσης του διατυπωμένου
επιχειρήματος, άρα η διαφορά έγγυται στην πηγή από την οποία αναζητείται η
απάντηση.
Η
Φιλοσοφία άρχεται από τον φυσικό κόσμο και έρχεται «εις επίγνωσιν του Θεού»,
έτσι ας σκεφτούμε ένα βέλος σκέψης από τον κόσμο προς τον ουρανό . Η Θεολογία, η
sacra
doctrina
(Iερή
Διδασκαλία) άρχεται από το Θείο και καταλήγει στον φυσικό κόσμο, έτσι ας
σκεφτούμε ένα βέλος σκέψης από τον ουρανό προς τον κόσμο . Άρα εκ τούτου είμαστε
σε θέση να αντιληφθούμε ότι η μέν
επιστήμη (Θεολογία), είναι αντίθετη με τη δε (Φιλοσοφία), ενώ σε δεύτερο
χρόνο, δεν είναι καθόλου αντιληπτό το πώς δύο επιστήμες, δύναται να
παρουσιάζονται - από κάποιους εκπροσώπους τους – ως αντίπαλες επειδή απλώς είναι
αντίθετες ως προς την φορά της έρευνας.
Δηλαδή αν ένας μαθηματικός είναι χριστιανός/μουσουλμάνος/άθεος/κτλ τότε είναι και τα μαθηματικά που διδάσκει; Άρα υπάρχουν χριστιανικά/μουσουλμανικά/άθεα/κτλ μαθηματικά; Εκτιμώ πως όχι. ¨Εκ τούτου συνάγεται και ότι αν ένας φιλόσοφος είναι χριστιανός/μουσουλμάνος/άθεος/κτλ τότε είναι και η φιλοσοφία του; Άρα υπάρχει χριστιανική/μουσουλμανική/άθεη/κτλ φιλοσοφία;
Εκτιμώ πως όχι. Παρόλ΄ αυτά όμως, δυστυχώς, για μερικούς υπάρχει! (και ίσως το αίτιο της ύπαρξης να έχει σκοπό τον φανατισμό ή την ημιμάθεια ή την χειραγώγηση…). Μπορούμε να μιλάμε για αρχαία, μεσαιωνική ή νεότερη φιλοσοφία αναφερόμενοι στο χρονικό/ιστορικό πλαίσιο ή να αναφερθούμε στο αντικείμενο που πραγματεύεται/στοχάζεται π.χ Φιλοσοφία της Γλώσσας, του Νου, της Θρησκείας κ.α.
Η Φιλοσοφία εμπιστεύεται τον Λόγο. Δεν
ξεκινά από κάποιο θαύμα ή κάποια αποκάλυψη. Ξεκινά από το θαυμάζειν, το
απορείν, το επιχειρήμα, την έννοια και την εμπειρία. Η Φιλοσοφία της Θρησκείας
εξετάζει την έννοια του Θεού, την πίστη, το θαύμα, την προσευχή και την
δυνατότητα της θρησκευτικής γνώσης.
Η Θεολογία αντιθέτως δεν ξεκινά από το ερώτημα «τι μπορεί να γνωρίσει μόνος του ο άνθρωπος για τον Θεό;», αλλά από την πεποίθηση ότι ο Θεός έχει ήδη αποκαλυφθεί στον άνθρωπο. Δηλαδή η Θεολογία δεν επιχειρεί απλώς να ανακαλύψει τον Θεό, αλλά να κατανοήσει ορθολογικά την αποκάλυψη.
Στο σημείο αυτό λοιπόν ας καλωσορίσουμε τον πρώτο και κυριότερο ΔιάΛόγο των δύο μεγάλων κυριών , Φιλοσοφίας και Θεολογίας, στον οποίο ανάμεσα βρίσκεται σχεδόν ολόκληρη η ιστορία του δυτικού στοχασμού.
- Φιλοσοφία: Τα
σέβη μου Θεολογία, εγώ θα πιστέψω όταν μπορέσω να κατανοήσω. Για την
έρευνά μου αυτή διαθέτω συγκεκριμένες οδούς και τεχνικές σκέψης, τις οποίες θα
χρησιμοποιήσω, για να καταλήξω σε αληθείς (Τrue) ή ψευδείς (False) σχέσεις πεποιθήσεων.
- Θεολογία: Τα
σέβη μου και σε εσένα Φιλοσοφία, εγώ θα κατανοήσω βαθύτερα επειδή πιστεύω.
Η βαθύτερη σχέση της Φιλοσοφίας και της Θεολογίας δεν είναι ούτε η ταύτιση ούτε η σύγκρουση, είναι ο διάλογος. Το Φιλοσοφείν και το Θεολογείν, συγκρούονται όταν η μία κυρία ζητά επιτακτικά από την άλλη, να εγκαταλείψει τα δικά της κριτήρια -δηλαδή όχι οι ίδιες διότι όπως είπαμε είναι κυρίες, μερικοί εκπρόσωποί τους-.Άρα η Φιλοσοφία – με το δίκιο της- μπορεί να πεί ότι «δεν μπορώ να δεχθώ μια πρόταση ΜΟΝΟ ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ αποκαλείται αποκάλυψη». Η Θεολογία όμως -και αυτή με το δίκιο της- μπορεί να πει ότι «δεν μπορείς να ισχυρίζεσαι κάτι τέτοιο, εφόσον η απόδειξη του εαυτού της αποκάλυψης πρέπει να ξεκινά από μια επιστήμη της αποκάλυψης».
Η
Φιλοσοφία προσφέρει εννοιολογική ακρίβεια και η Θεολογία προσφέρει ερωτήματα
που δεν παύουν να προκαλούν τη Φιλοσοφία (αν υπάρχει ή όχι Θεός και αν υπάρχει
τι είναι ή τι δεν είναι κτλ).
Η
Φιλοσοφία υπενθυμίζει στη Θεολογία να μην φοβάται τις ερωτήσεις και η Θεολογία υπενθυμίζει
με τη σειρά της στη Φιλοσοφία να μην θεωρεί πως ότι δεν μπορεί να αποδείξει
είναι ανύπαρκτο, -το σίγουρο είναι ότι ξεκινώντας η Φιλοσοφία να ρωτά, ξεχνά να
σταματήσει και αυτό είναι κάτι που ΄΄εκνευρίζει΄΄ την Θεολογία-.
Ξεκινώντας και οι δύο από διαφορετικές θέσεις, καταλήγουν εκ νέου στην απορία!.Με την παντελώς λάθος ερώτηση «τελικά ποιος έχει δίκιο?», φτάνουμε αισίως στο τέλος αυτού του άρθρου ή στην αρχή των θεωρητικών ρήξεων ή ακόμη και σε ΄΄ευλογημένους΄΄ αφορισμούς. Άρα το αδιέξοδο και η έριδα είναι της ανθρώπινης στάσης και ιδίως του ανθρώπινου εγωισμού, αφού το φιλοσοφείν δεν καταργεί το Μυστήριο και το Θεολογείν δεν καταλύει τον Λόγο.
Η Φιλοσοφία και η Θεολογία συναντιούνται
εκεί όπου ο άνθρωπος συνειδητοποιεί ότι ο Λόγος του είναι αρκετά μεγάλος για
να ρωτά, αλλά όχι τόσο μεγάλος ώστε να εξαντλεί αυτό το οποίο ρωτά. Στο σημείο όμως αυτό η σκέψη δεν
τελειώνει· επανεκκινεί. Ο Θεός, γίνεται ανάγκη, κραυγή, βουή, σιωπή, προσευχή πριν
καν ανέλθει στην έννοια, στη θεολογία ή στη μεταφυσική... «να φτάνεις εκεί που
δεν μπορείς» Ν. Καζαντζάκης.
Παύλος
Κεφάλας
Τεταρτοετής
φοιτητής του τμήματος Φιλοσοφίας
Πανεπιστημίου
Πατρών







