Ο
Πλάτωνας θα υποδεχθεί στη θυμέλη, την Ψυχή, τον Έρωτα, τη Ρητορική και την
Φιλοσοφία. Στο μέρος της ορχήστρας της κάθε Ψυχής, τοποθετεί νοερά έναν πλάτανο
που προσφέρει στους πρωταγωνιστές του τότε, Φαίδρο και Σωκράτη, τον αιωνόβιο
ίσκιο του. Ο Ιλισός ποταμός συναινεί στο νοητικό κατασκεύασμα του Πλάτωνα και
ευθύς τα δροσερά νερά αρχίζουν να κυλούν και δροσίζουν τα γυμνά πόδια της κάθε ύπαρξης. Η Μούσα
της μουσικής, επιτάσσει για την μουσική
επένδυση του έργου, τους τραγουδιστές του θέρους, τα τζιτζίκια. Ευθύς ο ήχος τους
καθίσταται υπνωτικός, σχεδόν παραλυτικός,
στο μέτρο που η υπόκρουση νανουρίζει τη λογική μέσα σε άρωμα ευωδιαστής
λυγαριάς που πλημμυρίζει τον αέρα. Έξω από
τα τείχη της πόλης.
Έτσι η Ψυχή θα αποκτήσει την πιο ποιητική της εικόνα, ως άρμα με δύο φτερωτά άλογα - ένα λευκό και ένα μαύρο - και έναν ηνίοχο (λογική). Εικόνα που δεν περιγράφει απλώς μια ψυχολογική σύγκρουση αλλά μια ανθρώπινη κατάσταση. Ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ ενιαίος. Άλλο επιθυμεί το σώμα, η φιλοδοξία, το πάθος, ο θυμός, ο φθόνος και άλλο επιτάσσει η λογική.
Η τραγωδία όμως του ανθρώπου δεν είναι ότι
έχει επιθυμίες, είναι ότι συχνά δεν ξέρει ποιος από όλους αυτούς τους εσωτερικούς
ανθρώπους είναι ο ίδιος, και στο σημείο αυτό ο Φαίδρος γίνεται συγκλονιστικά
σύγχρονος.
O Πλάτωνας μας σιγοψιθυρίζει ότι για να ακούσουμε τον εαυτό μας, την Ψυχή μας, πρέπει να βγούμε έξω από τα τείχη της πόλης, να απομακρυνθούμε από τον θόρυβο. Ο Πλάτωνας σίγουρα δεν γνωρίζει την δύναμη της εικόνας της σύγχρονης εποχής η οποία δύναται να επενεργεί στη λογική και στην επιθυμία και έτσι ο άνθρωπος αρχίζει να ζεί αυτό που φαίνεται και όχι αυτό που είναι, με αποτέλεσμα η Ψυχή να χάνει τον ηνίοχό της.
Στις μέρες μας όμως τι συμβαίνει στον άνθρωπο όταν παύει να κατοικεί στην ίδια του την Ψυχή;
Ο
Φαίδρος μας διδάσκει να ξανακατοικήσουμε στην Ψυχή μας, να ξαναβρούμε τον Έρωτα
που δεν καταναλώνει αλλά ανυψώνει -ίσως καλύτερα συνεξυψώνει-, τον λόγο που δεν
χειραγωγεί αλλά ελευθερώνει και επαναφέρει την Ψυχή εκεί που αναπνέει διότι Ψυχή
δεν είναι απλώς κάτι που καταβάλει τα έμψυχα όντα· είναι το μέρος στο οποίο
γινόμαστε αυτό που είμαστε, το μέρος που μετατρέπουμε το τίποτα σε κάτι το
ελάχιστο. Το μεγαλείο της σωκρατικής σκέψης δεν γεμίζει την Ψυχή, την ξυπνά
καθόσον η Φιλοσοφία δεν είναι ΄΄αποθήκη γνώσεων΄΄ είναι η τέχνη της μεταστροφής της
χαμένης Ψυχής. Ο άνθρωπος μπορεί να
βομβαρδίζεται καθημερινά από λόγους χωρίς να συναντά ποτέ Λόγο και ίσως
αυτή να είναι μία από τις βαθύτερες μορφές σύγχρονης μοναξιάς.
«Με
ένα φιλί Θεού και ένα ποίημα μπορεί να ξαναγραφεί απαρχής η ιστορία του κόσμου…»
Ο.Ελύτης
Παύλος Κεφάλας
Τεταρτοετής φοιτητής του τμήματος Φιλοσοφίας
Πανεπιστημίου Πατρών






