Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θρησκεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θρησκεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ ΒΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΩΝ (θρησκεία-λογοτεχνία) φιλοσοφική συμβουλευτική

 ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ  (Κατάδικος Κ. ΘΕΟΤΟΚΗ) - ΑΡΓΥΡΩ η πολύαθλη ασκήτρια 


Γιατί απλά κάποιοι άνθρωποι είναι τόσο πολύ ξεχωριστοί,
που αξίζει να ζεις, μόνο και μόνο για να τους συναντήσεις, κάποτε…Τ. Λειβαδίτης

Η τραγική ιστορία διαδραματίζεται στην αγροτική Κέρκυρα των αρχών του εικοστού αιώνα. Ένας γάμος χωρίς αγάπη (του Γιώργη Αράθυμου με την ωραία Μαργαρίτα), ένας έρωτας άνομος (της Μαργαρίτας με τον Πέτρο Πέπονα, τον γείτονά τους), ένας έρωτας ανομολόγητος και ουράνιος (του Τουρκόγιαννου, του υπηρέτη, που από παιδί λατρεύει βουβά τη Μαργαρίτα «σαν Παναγιά»).

Η πλοκή εμπλουτίζεται μ’ ένα φονικό (γιατί ο Πέπονας πρέπει να βγάλει τον Αράθυμο από τη μέση), και με την ενοχοποίηση του Τουρκόγιαννου. Έτσι, η ζωή των βασικών ηρώων μπορεί να συνεχίσει τους κύκλους της: Πάνω στον χρόνο, ο Πέπονας παντρεύεται τη Μαργαρίτα, αλλά όταν λίγο αργότερα οδηγείται στη φυλακή, για έναν ασήμαντο λόγο, ξαναβρίσκει μπροστά του τον Τουρκόγιαννο. 

Η Μαργαρίτα ξεχωρίζει ως μια γυναίκα που δεν χωρά στα όρια της εποχής της. Ανεξάρτητη, δυναμική και με έντονη προσωπικότητα, έρχεται σε σύγκρουση με μια κοινωνία που θέλει τις γυναίκες σιωπηλές και υποταγμένες. Διχασμένη ανάμεσα σε δύο άνδρες προσπαθεί να ανακαλύψει τι σημαίνει αληθινή αγάπη αλλά και ποια είναι η ίδια. Είναι η πιο τραγική φιγούρα της ιστορίας, σε έναν κόσμο όπου ο έρωτας μπορεί ταυτόχρονα να σώσει και να καταστρέψει. Ψυχή και Σώμα ψάχνουν τη λύτρωση, την αλήθεια, το δίκαιο. Ανομολόγητα πάθη έως εγκλήματα. Ζωή μαρτυρική!

Η Αργυρώ γεννήθηκε στην Κρήτη σ’ ένα χωριό έξω από το Ηράκλειο γύρω στα 1920. Αγαπήθηκαν μ’ έναν νέο, αλλά πριν προλάβουν να παντρευτούν κηρύχθηκε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος. Το παληκάρι έφυγε και πολέμησε στην Αλβανία τους Ιταλούς. Μετά την συνθηκολόγηση κατέβηκε στην Κρήτη για να αγωνιστεί κι εκεί εναντίον των Γερμανών. Κάποια στιγμή βρίσκεται αιχμάλωτος των Γερμανών να οδηγείται προς εκτέλεσιν.

Η Αργυρώ αγέρωχη, περήφανη, όμορφη σαν θεά περνάει μπροστά τους και μία μία κατεβάζει τις κάνες των όπλων. Όλοι σαστίζουν. Ο στρατιωτικός υπεύθυνος της εκτέλεσης την φωνάζει μπροστά του. «Τι κάνεις εκεί; Τι θέλεις; «Ο αρραβωνιαστικός μου είναι εδώ. Ή θα τον ελευθερώσεις ή χτύπα κι εμένα!». Ο άνθρωπος υποκλίνεται. Τέτοιο θάρρος, τέτοια αφοσίωση δεν την έχει ξαναδεί. «Πάρ’ τον και φύγε!» της λέει. Με περίσσιο θάρρος αντιλέγει! «Όχι! Ή όλους ή στήσε με κι εμένα στον τοίχο!» και με τα λόγια αυτά προχωράει προς τους κατάδικους. Ο διοικητής έχει μείνει άφωνος. Οι στρατιώτες τους το ίδιο. Στέλνει μήνυμα στον ίδιο τον Φύρερ, ο οποίος εκφράζει τον θαυμασμό του και την επιθυμία του να γνωρίσει αυτή την ηρωική Ελληνίδα. Και χαρίζεται η ζωή σε όλους…Η Αργυρώ κι ο αγαπημένος της παντρεύονται. Αποκτούν ένα παιδάκι. Μετά την γέννα εκδηλώνεται η φοβερή λέπρα στην Αργυρώ. Πρέπει να αφήσει τον άντρα της, το νεογέννητο αγγελούδι της, το σπιτικό της, όλο το στήσιμο της ζωής της και να απομονωθεί στην Σπιναλόγκα, το νησί των καταραμένων. Την περιμένει η κοινή μοίρα αυτών των απόκληρων… Ο πατέρας μένει μ’ ένα λεχούδι στα χέρια. Αναζητάει τροφό για να του το αναστήσει και βρίσκει βοήθεια από μια γυναίκα στα Χανιά, στην άλλη άκρη της Κρήτης. Περνούν λίγοι μήνες. Η Αργυρώ νύχτα βουτάει στη θάλασσα και διασχίζει κολυμπώντας την απόσταση μέχρι την απέναντι στεριά. Έχει κάνει έναν μπόγο τα ρούχα της και τα έχει δέσει πάνω στο κεφάλι της. Περπατάει εφτά μερόνυχτα, μόνη, κρυπτόμενη για να μην την αντιληφθούν και την πετροβολήσουν, σχεδόν άσιτη και άποτη και κάποια στιγμή φθάνει στα Χανιά και βρίσκει το σπίτι της τροφού. Το βρίσκει έρημο. Κάθεται παράμερα στην αυλή και περιμένει. «Μόνο να μου πείτε αν είναι καλά το παιδί μου. Μόνο να το δω από μακριά!» τους λέει.«Το παιδί σου πέθανε χθες το βράδυ! Μόλις το κηδέψαμε, ερχόμαστε από τα μνήματα». Μαζεύει τα συντρίμμια της, τον πόνο της και παίρνει το δρόμο της επιστροφής. Περνούν λίγα χρόνια.Εκείνη πάντα στην Σπιναλόγκα. Παίρνει μήνυμα από τον άντρα της πως θέλει να παντρευτεί. Εκείνος είναι νέος και δεν υπάρχει καμιά ελπίδα σωτηρίας και επιστροφής για την Αργυρώ. «Μ’ όλη μου την καρδιά και την αγάπη μου!», του απαντάει. Και την ημέρα του γάμου κάνει πάλι την ίδια παράτολμη ενέργεια. Βγαίνει κολυμπώντας και παρευρίσκεται στο γάμο, πάλι από μακριά. Κι όταν τελειώνει το μυστήριο πλησιάζει τη νύφη και της φωνάζει «Έχεις καλόν άντρα. Να τον αγαπάς!…» και της αφήνει και το δώρο της, ένα χρηματικό ποσό που το μάζεψε ψίχουλο-ψίχουλο από το επίδομα που της έδιναν. Και σε κάθε παιδί που γεννούσε αυτή η γυναίκα, έβγαινε με τον ίδιο τρόπο στη βάφτισή του κι άφηνε ένα δώρο, ό,τι μπορούσε η φτώχεια της να προσφέρει… Το 1957 το Λεπροκομείο της Σπιναλόγκα κλείνει. Έχει φθάσει κι εδώ το φάρμακο της λέπρας. Όσοι είχαν την νόσο σε πρώιμα στάδια θεραπεύθηκαν και επέστρεψαν στα σπίτια και στις οικογένειές τους. Οι παλιοί ασθενείς, στους οποίους είχαν προκληθεί ορατές ανεπανόρθωτες βλάβες και οι οποίοι ως επί το πλείστον είχαν ξεχαστεί και από τις οικογένειές τους, αν και θεωρούνταν ασφαλείς πλέον με την θεραπεία στην οποία είχαν και αυτοί υποβληθεί, μεταφέρθηκαν σε ειδική πτέρυγα του Νοσοκομείου Λοιμωδών Νόσων στην Αγία Βαρβάρα Αττικής. Εδώ η Αργυρώ θα γίνει μια ταπεινή διάκονος των πιο ηλικιωμένων ασθενών.  Μαζί με δυο-τρεις άλλες ομοιοπαθείς γυναίκες έπλεναν, καθάριζαν, περιποιούνταν και νεκροστόλιζαν, όταν ερχόταν η ώρα τους, τις λεπρές αδελφές.

 Αξιοσημείωτο είναι και το τάμα που είχαν από παλιά κάνει: «Κάνε, Θεέ μου, να βρεθεί το φάρμακο για τη λέπρα, όχι για μας, για τους νέους που χάνουν την αξιοπρέπεια και τη ζωή τους και δεν θα φάμε λάδι στον αιώνα!!!». Κι αφού βρέθηκε το φάρμακο έπρεπε να κρατήσουν την υπόσχεση. Και την κράτησαν. Και δεν έβαλαν λάδι στο στόμα τους. Και το Πάσχα για να κάνουν κατάλυση βουτούσαν το δάχτυλο, το κολοβωμένο απ’ την αρρώστια, στο λάδι της καντήλας και το ακουμπούσαν στα χείλη τους για να τιμήσουν την ημέρα την Ανάστασης χωρίς να πατήσουν τον όρκο τους.

η ψυχή είναι κάτι αγαθό και τα κρίματα μάς βαραίνουν, γι’ αυτό άγρυπνη εκείνη μας ανησυχάει στον ύπνο, ζητώντας τη λύτρωσή της …  ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ 

 

«Κύριε, δεν σου λέω τι να κάνης για μένα· κάνε ό,τι θέλεις. Εσύ μ’ έφερες στην ζωή, μέχρι τώρα με σκέπασες, με ευλόγησες· αξίωσέ με να δω φως παρακλήσεως».  ΟΣΙΑ ΑΡΓΥΡΩ 








Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2024

MANA-AMAN-NAMA (συγκλονιστικός αναγραμματισμός)

 

Η Νηρηίδα Θέτιδα  φοβάται και δεν θέλει ο γιος της  Αχιλλέας να εκστρατεύσει  στην Τροία, γιατί έχει προβλέψει τον εκεί θάνατό του. Ντύνει λοιπόν το γιό της με γυναικεία ρούχα, αλλά ο πονηρός Οδυσσέας τον ξεσκεπάζει. Ο Αχιλλέας τελικά πηγαίνει στην Τροία όπου τραυματίζεται θανατηφόρα, όπως το περίμενε η μάνα του. Η Θέτιδα η μάνα σπεύδει πονεμένη και του συμπαραστέκεται. «Τώ δε βαρύ στενάχοντι παρίστατο πότνια μήτερ.»  «κι αυτός ενώ βογγούσε, να έξαφνα ομπρός του πρόβαλε η σεβαστή του μάνα.» Του αγκαλιάζει το κεφάλι και με αναφιλητά του λέει : «Τι κλαις παιδί μου, τι κακό σου πίκρανε τα σπλάχνα; /Πες το μην το χεις μυστικό. Να σού γινε από τον Δία τέτοια χάρη» ….« Τότες βαθιά στενάζοντας της είπε ο Αχιλλέας.. «Ναι μάνα, αυτή ναι τη χάρη μού κανε ο Δίας, ο γιος του Κρόνου» «Μήτερ εμοί, τα μεν άρ μοι Ολύμπιος εξετέλεσεν». 

 



 

Τέλος Άγρας  περιγράφοντας, τη φάτνη και τη Γέννηση, στην άσημη μέχρι τότε, Βηθλεέμ,

Το μέτωπό του ήταν σαν ήλιος,
και μέσα η φάτνη η φτωχική,
άστραφτε πιο καλά από μέρα,
με κάποια λάμψη μαγική.
………………..
Μα κι’ από αγγέλους κι’ από μάγους,
δεν ζήλεψα άλλο πιο πολύ,
όσο της Μάνας Του το στόμα,
και το ζεστό – ζεστό φιλί.

  Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ Η Μάνα- Παναγιά ξεσπά σε λυγμούς «Ούκ ήλπιζον τέκνον, εν τούτοις ιδείν σε / ουδέ επίστευον ποτέ …Και νύν τίνος επράχθη το χείρον γνώναι θέλω. /οίμοι πως το φως μου σβένυται / σταυρός προσπήγνυται / ο υιός και θεός μου!... Υπάγεις, ώ τέκνον προς άδικον φόνον και ουδείς σε συναλγεί./ Ου συνέρχεται σοι ο Πέτρος, ο ειπών σοι: “Ουκ αρνούμαι σε ποτέ, καν αποθνήσκω”. /Έλιπέ σε και Θωμάς / ο βοήσας: “Μετ΄αυτού θανούμεν πάντες»... Ουδείς εκ των πάντων αλλά είς υπέρ πάντων / θνήσκεις τέκνον, μόνος, / ανθ΄ών έσωσας ανθ΄ων πάσιν ήρεσας, /ο υιός και θεός μου».

Ο  Ιησούς επιπλήττει τη μάνα.: «Τι δακρύεις μήτηρ;/ συν ταις άλλαις γυναιξί συναποφέρη; / μη πάθω; Μη θάνω; Πώς ούν σώσω τον Αδάμ; / και μην, καθώς οίδας, αδίκως σταυρούμαι./ τι ούν κλαίεις μήτηρ, μάλλον ούτω κραύγασον ./ “ότι θέλω έπαθον/, ο υιός και θεός μου’’... Απόθου, ώ μήτερ, απόθου την λύπην./ ού γάρ πρέπει σοι θρηνείν,/ ότι κεχαριτωμένη ωνομάσθης./ …. Πικράν την ημέραν του πάθους μη δείξεις».
…Ο Ιησούς στα προηγούμενα, δηλώνει το αναγκαίο της θυσίας της δικής του, για να σωθεί ο άνθρωπος ο Αδάμ, αλλά και τονίζει “το εθελοντικό” της προσφοράς του.

 Η Μάνα, Γεώργιος Μαρτινέλλης

«Μάνα» κράζει το παιδάκι,
«Μάνα» ο νιος και «Μάνα» ο γέρος,
«Μάνα» ακούς σε κάθε μέρος,
α! τι όνομα γλυκό.

Τη χαρά σου και τη λύπη,
με τη μάνα τη μοιράζεις,
ποθητά την αγκαλιάζεις,
δεν της κρύβεις μυστικό.

Εις τον κόσμον άλλο πλάσμα,
δεν θα βρεις να σε μαντεύει,
σαν τη μάνα που λατρεύει,
σαν τη μάνα που πονεί.

Την υγειά της, τη ζωή της,
όλα η μάνα τ' αψηφάει,
για το τέκνο π' αγαπάει,
για το τέκνο που φιλεί.

Όπου τρέχεις, πάντα η μάνα,
με το νου σε συντροφεύει,
σε προσμένει, σε γυρεύει,
μ' ανυπόμονη καρδιά.

Κι αν σκληρός εσύ φαρμάκια,
την ποτίζεις την καημένη,
πάντα η μάνα σ' απανταίνει,
με τα ολόθερμα φιλιά.

Δυστυχής όποιος τη χάνει,
ο καημός είναι μεγάλος.
Σαν τη μάνα δεν είν' άλλος,
εις τον κόσμο θησαυρός.

Κι' όποιος μάνα πια δεν έχει,
«Μάνα» κράζει στ' όνειρό του.
Πάντα «Μάνα» στον καημό του,
είν' ο μόνος στεναγμός
!

Κώστας Βάρναλης, Οι πόνοι της Παναγιάς 

....

Από το πρώτο ξάφνιασμα

 της ξυπνημένης νιότης

 δεν είσαι συ για μάχητες

δεν είσαι συ για το σταυρό

 εσύ νοικοκυρόπουλο όχι σκλάβος,

 όχι σκλάβος ή προδότης

 Κι αν κάποτε τα φρένα σου

το δίκιο φως της αστραπής

κι αν η αλήθεια σου ζητήσουνε

παιδάκι μου να μην τα πεις

Θεριά οι ανθρώποι δεν μπορούν

το φως να το σηκώσουν

 δεν είναι η αλήθεια πιο χρυσή

 απ’ την αλήθεια της σιωπής

χίλιες φορές να γεννηθείς

 τόσες, τόσες θα σε σταυρώσουν

https://www.youtube.com/watch?v=u0EgsN46RT4

Franz Marc, Πορτραίτο της μητέρας του, 1902

 

 υγ. Η  ΜΑΝΑ ή το ΠΑΙΔΙ θα μπορούσε να λέει τα παρακάτω;

«Πράματα νέα δεν έλεγες, κι ούτε με λόγια νέα, παλιά .

Από πολλούς κι από καιρούς όλα ήταν ειπωμένα 

… Μα συ είχες τη δύναμη ν’ ακούς των ουρανών τη σιγαλιά». 

 


Μπέρτολτ Μπρεχτ, Η Μάνα Κουράγιο και τα παιδιά της, γράφτηκε στη Σκανδιναβία το 1938-1939.  Η  Άννα Φίρλινγκ, γνωστή ως Μάνα Κουράγιο, στον αγώνα της για επιβίωση,  εκμεταλλεύεται τον πόλεμο, πουλώντας αγαθά στους στρατιώτες στα πεδία των μαχών, ενώ μάταια προσπαθεί να προστατεύσει τα τρία παιδιά της….