Παρασκευή 21 Ιουνίου 2024

ΓΕΝΝΑΙΟΣ γεννιέσαι ή γίνεσαι; και ο ΦΟΒΟΣ;

Κάποιες μέρες, όταν όλα γύρω σου σε φοβίζουν, πρέπει να είσαι γενναίος.
​

ΓΕΝΝΑΙΟΣ γεννιέσαι ή γίνεσαι; Πάντως  στα αρχαία ελληνικά  γενναίος  =  ο ευγενικής καταγωγής από το ρήμα γίγνομαι (λατινικά gigno ) Συγγενικά του:  το γένος , η γέννα, ο πρόγονος αλλά και ο γενναιόψυχος και ο γενναιόδωρος Συνώνυμά του :  ανδρείος, ατρόμητος, παλικάρι, άφοβος, εύτολμος, γενναίος στρατιώτης (Ιλιάδα N 1320).

Διονύσιος Σολωμός, Εις τον θάνατον του Λόρδου Μπάιρον

Λευθεριά, για λίγο πάψε

 να χτυπάς με το σπαθί·

 τώρα σίμωσε και κλάψε

εις του Μπάιρον το κορμί·

…………………

Αναθράφηκε ο γενναίος

στων αρμάτων την κλαγγή·

τούτον έμπνευσε, όντας νέος,

μία θεά μελωδική.



Ο Ρέιμοντ Κάρβερ (Raymond Carver) 1938-1988 διηγηματογράφος και ποιητής χαρακτηρίστηκε από πολλούς «πατέρας» των  Αμερικανών Νεορεαλιστών, γράφει:  

«ΦΟΒΟΣ»

«Φόβος ότι θα δω ένα περιπολικό να μπαίνει στο στενό όπου μένω
Φόβος ότι θα με πάρει ο ύπνος το βράδυ
Φόβος ότι δεν θα με πάρει ο ύπνος
Φόβος ότι το παρελθόν θα ξυπνήσει
Φόβος ότι το παρόν θα πετάξει
Φόβος ότι το τηλέφωνο θα χτυπήσει μες στη μαύρη νύχτα
Φόβος για τις καταιγίδες
Φόβος για τη καθαρίστρια που έχει ένα σημάδι στο μάγουλο !
Φόβος για τα σκυλιά για τα οποία μού έχουν πει πως δεν δαγκώνουν
Φόβος αγωνίας !
Φόβος ότι θα πρέπει να αναγνωρίσω το πτώμα ενός φίλου
Φόβος ότι θα μου τελειώσουν τα λεφτά
Φόβος ότι θα έχω πάρα πολλά, αν κι οι άνθρωποι δεν θα το πιστεύουν
Φόβος για τα ψυχολογικά προφίλ
Φόβος ότι θα αργήσω και φόβος ότι θα φτάσω πριν από όλους
Φόβος για τον γραφικό χαρακτήρα των παιδιών μου σε φακέλους
Φόβος ότι θα πεθάνουν πριν από μένα και ότι θα νιώθω ενοχές
Φόβος ότι θα πρέπει να ζήσω με τη γριά μάνα μου , όταν γεράσω
Φόβος σύγχυσης
Φόβος ότι η σημερινή μέρα θα τελειώσει με μια άσχημη είδηση
Φόβος ότι θα ξυπνήσω και θα έχεις φύγει
Φόβος ότι δεν αγαπώ και φόβος ότι δεν αγαπώ αρκετά
Φόβος ότι αυτό που αγαπώ θα αποβεί ολέθριο γι  αυτούς που αγαπώ
Φόβος θανάτου
Φόβος ότι θα ζήσω υπερβολικά πολύ
Φόβος θανάτου

Αυτό το είπα»

Όταν μπροστά σου βρίσκεται ένας σκοτεινός δρόμος…μπορεί να αισθανθείς μικρός, ανήμπορος και μόνος. Τότε θα πρέπει να πάρεις μια βαθιά ανάσα, να κοιτάξεις μέσα σου και να βρεις τη γενναιότητα που χρειάζεσαι. Εάν κλείσεις τα μάτια θα  δεις μια μικρή φλόγα που θα φωτίσει την καρδιά σου, θα δυναμώσει τα χέρια σου και θα φθάσει μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών σου...


Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ

…………….

Ένα είναι το πάθος · ο φόβος
π’ απλώνεται σαν σάβανο
και όλα τα σκεπάζει.
Φόβος για την κατάρρευση
της φύσης, του κορμιού, του κόσμου.
Τώρα αντί να ουρλιάζει το μέσα
«Τι ωραίος που είναι αυτός!»
μια είναι η φωνή που κυριαρχεί:
«Πρόσεχε!»

Dierssen Andreas,  ΓΕΝΝΑΙΟΣ ΕΙΣΑΙ ΟΤΑΝ ΛΕΣ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

Ο Μίμης ήταν ένα φοβισμένο λαγουδάκι. Ένιωθε πολύ άσχημα που δεν ήταν θαρραλέος, όπως ο φίλος του ο Θάνος. Όμως, όταν βρήκε το κουράγιο να πει την αλήθεια, κατάφερε να γίνει μεμιάς αληθινά γενναίος...

 

 

 

Τελικά,  Δαπανηρὴ ἰδέα ὁ βίος.
Ναυλώνεις ἕναν κόσμο
γιὰ νὰ κάνεις τὸ γύρο μιᾶς βάρκας.
ΔΗΜΟΥΛΑ

Οἱ ἄνθρωποι λένε μεταξὺ τους ἱστορίες. Πιάνονται ἀπ᾿ τὶς λέξεις σὰν σὲ πόμολο. Πότε ἀνοίγει ἡ πόρτα, πότε ὄχι.

 

 


Κυριακή 9 Ιουνίου 2024

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, ίσως έγραψε Το Ταξίδι

Μου σφίγγει ο καημός, σα θηλιά το λαιμό  

και μες στην καρδιά με δαγκώνει σα φίδι. 

Παράξενο θέλω ν’ αρχίσω ταξίδι, 

 χωρίς, μα χωρίς τελειωμό.

Το δρόμο μ’ αργά να τραβώ, να τραβώ,  

αλλά πουθενά και ποτέ να μη στέκω,  

ψυχή να μη βρίσκω, ή πάντα να μπλέκω

με κόσμο τυφλό και βουβό.

Να νιώθω τριγύρω πλατιά ερημιά,  

κλεισμένα τα σπίτια, τα τζάκια σβησμένα,  

ψηλά να μη φέγγει αστέρι κανένα,  

και κάτου γυναίκα καμιά.

Ε! ίσως σε τέτοιο ταξίδι αν βρεθώ, 

ατέλειωτο, έρμο, σ’ αγνώριστη χώρα, 

δε θα ’χω περίσσια λαχτάρα σαν τώρα,  

Αγάπη, από σε να χαθώ!                                        Απρίλιος 1883

 

https://www.youtube.com/watch?v=5154cxnWXIY

                                                            

αφού προηγήθηκε αλληλογραφία  14 χρόνων με την Ελένη του, τη Ραχήλ του που έφυγε λόγω φυματίωσης, ακολουθώντας το στρατηγό πατέρα της για πιο ζεστό κλίμα στην Αφρική από το 1935 και επέστρεψε στην Ελλάδα έναν χρόνο μετά το θάνατο του Κωστή Παλαμά (1944), χωρίς να καταφέρει να πει αντίο στον αγαπημένο της.

Ο ιδρυτής της  Νέας Αθηναϊκής Σχολής, ο ποιητής, μεταφραστής, κριτικός, πεζογράφος γινόταν απλώς ένας ερωτευμένος.  

Έγραφε στην αγαπημένη των γηρατειών του, στον πιο κοντινό, στον πιο δικό του άνθρωπο, χωρίς φόβο και με πολύ πάθος για τον εαυτό του, εξέφραζε τους μύχιους πόθους, τις ανησυχίες, την αγωνία, τους φόβους και τις ανασφάλειές του, τη λύπη του για πρόσωπα που χάθηκαν και ήταν σημαντικά για το έργο του. Της εξέθετε τις φιλοσοφικές αναζητήσεις, τις μεταφυσικές αγωνίες του. Αυτός 60 χρονών, εκείνη 20 .

«Η αλήθεια είναι πως τα γράμματά σου ­ και μάλιστα το τελευταίο σου ­ είναι σαν κάποια ωραία μάτια εκφραστικά που σε κοιτάζουν δακρυοπνιγμένα, μα χωρίς να στάζουνε τα δάκρυά τους, και χωρίς να χάνουν τίποτε από την ομορφιά τους τα μάτια αυτά. Μάλιστα γίνονται ομορφότερα. Μα η αλήθεια είναι πως θα τα ήθελα τα μάτια αυτά (παραμερίζοντας κάθε αισθητικό εγωισμό), πως θα τα ήθελα να μη πνίγονται δακρυσμένα, θα τα ήθελα ολοκάθαρα να λάμπουν και να χαμογελούν με το χαμόγελο εκείνο των ωραίων ματιών που κάποτε και πότε είναι εκφραστικώτερο και ποθητότερο από το χαμόγελο που ανατέλλει στα χείλη· κάποτε και πότε σημειώνω, γιατί δεν είναι τίποτε ωραιότερο ­ καθώς κάπου το παρατηρεί και ο Τολστόης ­ από το χαμόγελο του ανθρώπου· το μειδίαμα, βέβαια, που κέντρο του το στόμα είναι, μα που απλώνεται φωτίζοντας, με το φως μιας αυγής, ολόκληρο το πρόσωπο... Τα γράμματά σου πώς πονούν! Παλμός τους είναι η μελαγχολία, μια deception τα τρεμοσαλεύει κ' ένας φόβος τα κιτρινίζει. Αστείος και αφελής θα ήμουν αν προσπαθούσα να σε παρηγορήσω. Μα και δεν πρέπει να σου σιωπήσω δυο πράγματα: Πρώτα, πως μου δίνουν κ' εμένα ένα πένθος που όσο κι αν είναι δυσκολοέκφραστο, εύκολα θα μπορής να το εννοήσης. Επειτα και μαζί πως μου δίνουν μια χαρά. Το πένθος είναι από το πένθος σου, και η χαρά από τη σκέψη πως με θεωρείς άξιο της εμπιστοσύνης σου ώστε να γέρνης προς την ψυχή μου το πρόσωπο της θλίψης σου» (31 Αυγούστου 1924)

Σάββατο 8 Ιουνίου 2024

Ο ΚΟΣΜΙΚΟΣ ΑΓΙΟΣ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ


Αν  ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ έλεγε ναι στον πλούσιο  μαθητή και φίλο του  ΚΡΙΤΩΝΑ για απόδραση...

αν υπερασπιζόταν τον εαυτό του στην ΑΠΟΛΟΓΙΑ του χωρίς να προτείνει ως ποινή του ειρωνευόμενος  στο αθηναϊκό δικαστήριο τη δωρεάν σίτισή του στο Πρυτανείο...

αν στο δίλημμα του  ΕΥΘΥΦΡΟΝΑ (Πλάτων, 1903, 10d-10e) για την οσιότητα και την ευσέβεια...αγαπάται από τους Θεούς για αυτό είναι ευσεβές ή είναι ευσεβές και για αυτό αγαπάται από τους Θεούς...

 ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ που του υπαγόρευσαν οι Νόμοι στο όνειρό του και αρνήθηκε τη δραπέτευση:

i) δεν εναντιώνεται  στην άδικη απόφαση του λαϊκού δικαστηρίου της Αθήνας (Ηλιαία) γιατί συνιστά αδικία

ii ) δραπετεύοντας καταστρέφει τους νόμους άρα  ολόκληρη την πόλη και γίνεται κακό παράδειγμα

iii) στα 70 χρόνια του ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκε για τη νομοθεσία στην Αθήνα ούτε πρότεινε τρόπους βελτίωσης του νομικού της συστήματος 

iv) δεν μετοίκησε ποτέ σε άλλη πόλη με την οικογένειά του για καλύτερους όρους ζωής 

v) δεν  αντιπρότεινε στη θανατική ποινή, την εξορία

vi) υπηρετεί το γράμμα του νόμου δηλ. την αρχή της δικαιοσύνης για να ονομάζεται ενάρετος πολίτης 

vii) αφού ενστερνίζεται τη γνώμη των ειδικών και όχι των πολλών, αποφαίνεται  την αξία της υπακοής του πολίτη στο νόμο, ιδιότητα που ταυτίζεται με αυτήν του φιλοσόφου, ο οποίος φρόντιζε με τη διδασκαλία του –που βασιζόταν στις αξίες της αρετής, της δικαιοσύνης και των νόμων- για την ηθική βελτίωση του ανθρώπου.

viii )ήταν αφοσιωμένος στην Αθήνα  γιατί  το δημοκρατικό της πολίτευμα τού εξασφάλιζε  ελευθερία,  ισότητα,  ανεκτικότητα, παρρησία,  ύπαρξη χρόνου και χώρου για την καλλιέργεια του φιλοσοφικού στοχασμού του.

ix) στην ανακοίνωση της απόφασής του να μην αντιταχθεί στην ετυμηγορία του δικαστηρίου φαίνεται η συνέχεια και η συνέπεια που διακρίνει το φιλόσοφο-Σωκράτη ως προς την τήρηση των αρχών του.

x) O πολίτης  υπακούει τυφλά στο νόμο και αψηφά το θάνατο, ο φιλόσοφος  εμπιστεύεται τη θεϊκή του αποστολή, αυτοκτονώντας ήρεμα και ταυτίζοντας το ευ ζην με ένα καλό θάνατο! 

 .....................................................................................................................................

Ο Απόστολος Παύλος  προς Ρωμ. 2, 25-29 μιλάει για μια σαρκική περιτομή, που γίνεται κατά το γράμμα του νόμου, αλλά από μόνη της είναι ουσιαστικά ανώφελη, δεν αρκεί να αναγεννήσει πραγματικά τον άνθρωπο. Γι’ αυτό παράλληλα μιλάει και για μια πνευματική περιτομή της καρδιάς, αχειροποίητη (αφαίρεση-κάθαρση των παθών, της αμαρτίας) που αναδεικνύει τον άνθρωπο αληθινό τηρητή του θείου νόμου  και όχι ''απερίτμητον τη καρδία"

 Γι’ αυτό η νέα διαθήκη του Θεού δεν είναι διαθήκη ''γράμματος, αλλά πνεύματος . το γαρ γράμμα αποκτέννει, το δε πνεύμα ζωοποιεί '' (Β Κορ. 3, 17)

....................................................................................................................................................... 

  •  Αν ήσασταν δικαστής θα ετυμηγορούσατε με το γράμμα ή το πνεύμα του νόμου; 
  • Αν ήσασταν ΣΩΚΡΑΤΗΣ θα δραπετεύατε; 
  • Αν ήσασταν ΚΡΙΤΩΝ θα φυγαδεύατε τον μοναδικό δάσκαλο που υπήρξε ρητήρ αγαθών λόγων και πρηκτήρ αγαθών έργων; 
  • Αν ζούσε ο ΖΑΛΕΥΚΟΣ( = πολύ λευκός) στην εποχή μας θα καθιέρωνε  την αρχή του αντιπεπονθότος (της ανταπόδοσης) δηλ. την ίδια ποινή για κάθε αδίκημα; ( Ο Ζάλευκος ήταν  αυστηρός στην  εφαρμογή των νόμων, άσχετα με την κοινωνική ή δημόσια θέση του καθενός. Αναφέρεται ότι όταν ο γιος του καταδικάστηκε σε τύφλωση για μοιχεία , ο Ζάλευκος δε ζήτησε να μην εκτελεστεί η ποινή, πρότεινε όμως να αφαιρεθεί ένα μάτι από τον ίδιο και ένα από το γιο του).  

 




 

 

Κυριακή 26 Μαΐου 2024

....Να είσαι ο Διγενής

  • από τα τραγούδια της ζωής μου, ο Δ. ΜΗΤΡΟΠΑΝΟΣ  



https://www.youtube.com/watch?v=wMf8Xytxfpk

Στίχοι:  Δ. Λέντζος

ακούει τη μάνα που τού λέει:   την στερνή κουβέντα της...
σαν χορεύεις .....να ΄σαι ο Διγενής

  • ο Ο.ΕΛΥΤΗΣ  στα 80 του  γράφει στα Ελεγεία της Οξώπετρας,  τα θρηνητικά τραγούδια του πιο ακρινού σημείου  της προβλήτας, καθώς έρχεται αντιμέτωπος με τις σκέψεις  τη στιγμή του ύστατου ταξιδιού 

Περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μου τη ζωή

Σαν σε χαμηλωμένο Γαλαξία το κεφάλι μου βαρύ

Κοιμούνται οι άνθρωποι με τ’ ασημένιο πρόσωπο· άγιοι

Που άδειασαν από τα πάθη κι ολοένα τους φυσάει ο αέρας μακριά

Στον κάβο του Μεγάλου Κύκνου. Ποιος ευτύχησε, ποιος όχι

Και ύστερα;

                    Ίσα τερματίζουμε όλοι στερνά μένουν

Ένα σάλιο πικρό και στο αξύριστό σου πρόσωπο

Χαραγμένα ψηφία ελληνικά που το ένα στο άλλο ν' αρμοστούν

        αγωνίζονται ώστε

Η λέξη της ζωής σου η μία εάν...

Περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μου τη ζωή

Περνάν τα οχήματα της Πυροσβεστικής, για ποιαν από

        τις πυρκαγιές

Κανείς δεν ξέρει. Σ’ ένα δωμάτιο τέσσερα επί πέντε ντουμάνιασε

        ο καπνός. Προεξέχουν μόνον

Η κόλλα το χαρτί και η γραφομηχανή μου. Πλήκτρα

Χτυπά ο Θεός και αμέτρητα είναι τα βάσανα έως το ταβάνι

Κοντά να ξημερώσει

μια στιγμή φανερώνονται οι αχτές με κάθετα

Πάνω τους τα βουνά σκούρα και μωβ. Αλήθεια θα ‘ναι φαίνεται ότι

Ζω για τότε που δεν θα υπάρχω

Περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μου τη ζωή

Κοιμούνται οι άνθρωποι στο ‘να τους πλευρό, τ’ άλλο τους

Ανοιχτό να βλέπεις που ανεβαίνει κύματα

Κύματα η ζωή και να ‘ναι τεντωμένο το χέρι σου

Σαν του νεκρού τη στιγμή που του παίρνεται η πρώτη αλήθεια.

  • και ο Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ στον Ανήφορο φιλοσοφεί : 

·  Ο Θεός να μη δώσει του  ανθρώπου τα όσα μπορεί να βαστάξει.

·   Αντέχει ο άνθρωπος, κυρά  μου, είπε ο Μανολιός, αντέχει. Το σίδερο, η πέτρα, το  διαμάντι δεν αντέχουν, ο άνθρωπος αντέχει.

·   Ένα  σκουλήκι με τρώει, αδέρφια! Κοιτάζω πίσω, θωρώ τη ζωή μου・ κοιτάζω  ομπρός, θωρώ το  θάνατό μου・ και συλλογιέμαι: Από πού ερχόμαστε, βρε παιδιά, από πού ερχόμαστε και πού πάμε; Να το  σκουλήκι που με  τρώει!

  • Ε κακομοίρη άνθρωπε, μπορείς να μετακινήσεις βουνά, να κάμεις θάματα, κι εσύ να βουλιάζεις στην κοπριά, στην τεμπελιά και στην απιστία! Θεό έχεις μέσα σου, Θεό κουβαλάς και δεν το ξέρεις – το μαθαίνεις μονάχα την ώρα που πεθαίνεις, μα ‘ναι πολύ αργά

    ΑΛΛΩΣΤΕ 

    Μπόρα είναι μαθές η ζωή, θα περάσει

 

Πέμπτη 23 Μαΐου 2024

Η μάνα αυτουνού δηλ. του ΚΩΣΤΑ ΤΑΧΤΣΗ δηλ. ΕΛΛΗ ΖΑΧΟΥ ΤΑΧΤΣΗ

 


Κώστας Ταχτσής (1927 – 1988)

Ποιητής και συγγραφέας της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Το μοναδικό μυθιστόρημά του «Το τρίτο στεφάνι», που εκδόθηκε το 1962, σφράγισε την ελληνική λογοτεχνία.

Ο Κώστας Ταχτσής γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 8 Οκτωβρίου 1927. Ο πατέρας του Γρηγόριος και η μητέρα του Έλλη (το γένος Ζάχου), κατάγονταν από την Ανατολική Ρωμυλία. Σε ηλικία επτά ετών, μετά τον χωρισμό των γονιών του, έφυγε για την Αθήνα με τη γιαγιά του.

Στην Αθήνα πέρασε τα μαθητικά και εφηβικά του χρόνια και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου φοίτησε για δύο χρόνια. Είχε προηγηθεί μία αίτησή του στη Σχολή Εμποροπλοιάρχων, χωρίς επιτυχία, λόγω ασθένειάς του και αδυναμίας να παραστεί στις εξετάσεις. Το 1947 κατατάχτηκε στο στρατό κι έφτασε ως το βαθμό του εφέδρου ανθυπολοχαγού. Στη συνέχεια εργάστηκε ως γραμματέας του αμερικανού επόπτη στο υδροηλεκτρικό έργο του Λούρου.

Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1951 με την ποιητική συλλογή «Ποιήματα» και ακολούθησε τον επόμενο χρόνο η συλλογή «Τα μικρά ποιήματα». Τα δύο αυτά έργα του τα αποκήρυξε σιωπηλά αργότερα. Μέχρι το 1956 κυκλοφόρησε τρεις ακόμα ποιητικές συλλογές: «Περί ώραν δωδεκάτην» (1953), «Η Συμφωνία του Μπραζίλιαν» (1954) και «Καφενείον το Βυζάντιον» (1956). Η ποίησή του κινείται στο πλαίσιο της καθημερινής ζωής και χαρακτηρίζεται από έντονα λυρική διάθεση. Την ίδια περίοδο συνδέθηκε φιλικά με τους Οδυσσέα Ελύτη, Νίκο Γκάτσο και Ανδρέα Εμπειρίκο. Το 1954 έφυγε για την Αγγλία, όπου έμεινε ως το καλοκαίρι του επόμενου χρόνου. Επέστρεψε στην Αθήνα και ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη διδασκαλία της αγγλικής γλώσσας.

Advertisement

Από την άνοιξη του 1956 έως τον Δεκέμβρη του 1964 περιπλανήθηκε σε διάφορα μέρη του κόσμου (Γερμανία, Αυστρία, Αφρική, Αυστραλία), με ενδιάμεσες επιστροφές στην Ελλάδα. Στην περίοδο αυτή μπάρκαρε σε δανέζικο φορτηγό πλοίο προς τη Γερμανία, εργάστηκε στα γυρίσματα της ταινίας του Τζιν Νεγκουλέσκο «Το παιδί και το δελφίνι», που γυρίστηκε στην Ύδρα το 1956, τέλεσε χρέη μάνατζερ σε περιοδεία του κλασσικού πιανίστα Τώνη Γεωργίου στην Αφρική, εργάστηκε ως υπάλληλος εμπορικού καταστήματος και σιδηροδρομικός υπάλληλος στην Αυστραλία.

Το 1960 ξεκίνησε για το γύρο της Ευρώπης με βέσπα. Στις χώρες που επισκέφτηκε έγραψε «Το Τρίτο στεφάνι», το οποίο ολοκλήρωσε στην Αυστραλία, κατά τη διάρκεια της δεύτερης εκεί παραμονής του και το έστειλε στην Ελλάδα για εκτύπωση. Το έργο απορρίφθηκε ως ακατάλληλο και ο Ταχτσής πραγματοποίησε ιδιωτική έκδοσή του στην Αθήνα το 1962. Το μοναδικό του μυθιστόρημα γνώρισε πολλές εκδόσεις, μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, αγαπήθηκε και διαβάστηκε πολύ από το αναγνωστικό κοινό, ως ένας πιστός και αληθινός πίνακας της νεοελληνικής ζωής.

Την ίδια χρονιά έφυγε για την Αμερική, όπου έμεινε ως το τέλος του 1964. Μετά την οριστική επιστροφή του στην Αθήνα συνεργάστηκε με το πρωτοποριακό λογοτεχνικό περιοδικό «Πάλι» και εργάστηκε ως ξεναγός και μεταφραστής. Μετά την επιβολή της δικτατορίας των Συνταγματαρχών (1967) πρωτοστάτησε στην αντιστασιακή έκδοση των «18 Κειμένων» Ελλήνων συγγραφέων κατά της λογοκρισίας (1971). Τη δεκαετία του '70 εξέδωσε τις συλλογές διηγημάτων «Τα Ρέστα» (1972) και «Η γιαγιά μου η Αθήνα» (1979). Τα τελευταία χρόνια της ζωής του σχεδόν εγκατέλειψε το γράψιμο.

Ο Ταχτσής είχε να παρουσιάσει και πλούσιο μεταφραστικό έργο. Μετέφρασε έργα συγγραφέων, όπως τη «Φιλουμένα Μαρτουράνο» του Εντουάρντο ντε Φίλιπο, καθώς και πολλές κωμωδίες του Αριστοφάνη. Για τη μεταφραστική του εργασία στον Αριστοφάνη είχε επικριθεί από την κριτική για πολλές μεταφραστικές ελευθεριότητες και αυθαιρεσίες.

Δηλωμένος ομοφυλόφιλος και τραβεστί, ο Κώστας Ταχτσής δολοφονήθηκε άγρια κάτω από άγνωστες συνθήκες στο σπίτι του στον Κολωνό στις 25 Αυγούστου 1988, σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση, σε ηλικία 61 ετών. Το έγκλημα παραμένει ακόμα ανεξιχνίαστο και ο δράστης του ασύλληπτος. Ο γνωστός δημοσιογράφος Κώστας Τσαρούχας στο βιβλίο του «Η δολοφονία του συγγραφέα» υποστηρίζει ότι τον Ταχτσή τον σκότωσε ο τελευταίος του πελάτης, όταν διαπίστωσε πως στο κρεβάτι δεν βρισκόταν με γυναίκα, αλλά με άντρα.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/1011

© SanSimera.gr
Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/1011

© SanSimera.gr

Γεννήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 1927 στη Θεσ/νίκη.  Ο πατέρας του, Γρηγόριος, και η μητέρα του, Έλλη (το γένος Ζάχου), κατάγονταν από την Ανατολική Ρωμυλία. Ο Κώστας Ταχτσής ήταν ο δευτερότοκος γιος της οικογένειας. Το πρώτο παιδί του ζεύγους, αγόρι, είχε πεθάνει λίγες ημέρες μετά τη γέννα. Στα 7 του,  μετά τον χωρισμό των γονέων του, αναγκάστηκε να πάει στην Αθήνα για να ζήσει με τη γιαγιά του. Το 1945 υπέβαλε τα χαρτιά του στη Σχολή Εμποροπλοιάρχων, αλλά τις ημέρες των εξετάσεων αρρώστησε από τύφο. Εγγράφηκε στη Νομική  Αθηνών, όπου φοίτησε μόνο για δύο χρόνια.Το απόγευμα του Σαββάτου 27 Αυγούστου 1988 βρέθηκε νεκρός στο κρεβάτι του, γυμνός, φορώντας γυναικεία περούκα, με αίμα στο κεφάλι...

Ο Γρηγόρης ήταν πολύ ερωτευμένος μαζί μου. Εγώ πάλι, όσες προσπάθειες και αν έκανα, δεν κατάφερα να τον θελήσω ποτέ. Και πώς να γινόταν αυτό; Με τι προσόντα; Τις γλύκες τις έκανε όταν ήταν μαστουρωμένος, γιατί όταν έπινε τσίπουρο, αγρίευε. Ένα βράδυ, από τα πολλά, μπήκε μέσα στο σπίτι τρεκλίζοντας και βρωμώντας τσίπουρο και χασίσι. Εγώ κοιμόμουν στο κρεβάτι με το παιδί. Τραβάει το πάπλωμα και αρχίζει να με χτυπάει και να με βρίζει. Μπλεκόταν ανάμεσά μας και ο Κώστας και του ούρλιαζε: "Μη, μπαμπά, μη τη μαμάκα μου!" Και έτσι όπως χωνόταν, έτρωγε κι αυτός τις ξυλιές του. Πόσο ξύλο έφαγα στη ζωή μου... Από τη μάνα μου, από το Γρηγόρη και απ' τη ζωή την ίδια. Πόσα βράδια είπα "Πάρε μου τη ζωή, Θε μου, και που την έχω τι την κάνω;" Πόσες φορές απ' όλες τις ελπίδες, ο θάνατος ήταν η πιο αισιόδοξη. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Η μάνα τρέφει και ανατρέφει γενιές γενεών.

Συγκλονιστική η ερμηνεία, έκφραση, φωνή της ΡΑΝΙΑΣ ΣΧΙΖΑ που μονολογεί και εξομολογείται για 80΄.  Με ελάχιστη κίνηση απέδωσε όλα τα κύματα της ζωής μέχρι το τέλος που επιτέλους σηκώνεται από τη σταθερή θέση της για να διώξει κλαίγοντας το αγόρι της που ήρθε στο νοσοκομείο να την αποχαιρετίσει.

Το αγόρι της που δεν έμαθε να μην κλαίει και να μην φοράει τα φουστάνια της.

Αυτός ο ποδόγυρος του φουστανιού κάθε μάνας 

έχει λεπτές κλωστές, ξέφτια, σιδερώματα, βελονιές, αναποδογυρίσματα, τρύπες, δυναμώματα, στριφώματα και βάρος και κρεμάσματα και καθαρά.

Η ελληνική οικογένεια -κοινωνία ΔΕΝ επέτρεπε - και ίσως δεν επιτρέπει ακόμη-όλα αυτά να φαίνονται. ΕΠΡΕΠΕ να κρύβονται  και να ράβονται καλά. 

ΑΠΑΓΟΡΕΥΟΝΤΑΙ οι δύσκολοι κόμποι , τα ξηλώματα και οι μεταποιήσεις!

Μόνο τη δεκαετία του 1920 τόσοι άνθρωποι ντύνονταν τόσο υποκριτικά; 

Πώς νιώθει κάθε μάνα που το αγόρι της ζητά να φορέσει το φουστάνι της και τα τακούνια της; Να περπατήσει  στους δρόμους της ζωής όπου η άσφαλτος από πίσσα σε κάποια μονοπάτια,  καίει πάντα...

Μήπως το στόμα κάθε μάνας πικρίζει;

Ο Κώστας Ταχτσής γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 8 Οκτωβρίου 1927. Ο πατέρας του Γρηγόριος και η μητέρα του Έλλη (το γένος Ζάχου), κατάγονταν από την Ανατολική Ρωμυλία. Σε ηλικία επτά ετών, μετά τον χωρισμό των γονιών του, έφυγε για την Αθήνα με τη γιαγιά του.
Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/1011

© SanSimera.gr
Κώστας Ταχτσής (1927 – 1988)

Ποιητής και συγγραφέας της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Το μοναδικό μυθιστόρημά του «Το τρίτο στεφάνι», που εκδόθηκε το 1962, σφράγισε την ελληνική λογοτεχνία.

Ο Κώστας Ταχτσής γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 8 Οκτωβρίου 1927. Ο πατέρας του Γρηγόριος και η μητέρα του Έλλη (το γένος Ζάχου), κατάγονταν από την Ανατολική Ρωμυλία. Σε ηλικία επτά ετών, μετά τον χωρισμό των γονιών του, έφυγε για την Αθήνα με τη γιαγιά του.

Στην Αθήνα πέρασε τα μαθητικά και εφηβικά του χρόνια και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου φοίτησε για δύο χρόνια. Είχε προηγηθεί μία αίτησή του στη Σχολή Εμποροπλοιάρχων, χωρίς επιτυχία, λόγω ασθένειάς του και αδυναμίας να παραστεί στις εξετάσεις. Το 1947 κατατάχτηκε στο στρατό κι έφτασε ως το βαθμό του εφέδρου ανθυπολοχαγού. Στη συνέχεια εργάστηκε ως γραμματέας του αμερικανού επόπτη στο υδροηλεκτρικό έργο του Λούρου.

Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1951 με την ποιητική συλλογή «Ποιήματα» και ακολούθησε τον επόμενο χρόνο η συλλογή «Τα μικρά ποιήματα». Τα δύο αυτά έργα του τα αποκήρυξε σιωπηλά αργότερα. Μέχρι το 1956 κυκλοφόρησε τρεις ακόμα ποιητικές συλλογές: «Περί ώραν δωδεκάτην» (1953), «Η Συμφωνία του Μπραζίλιαν» (1954) και «Καφενείον το Βυζάντιον» (1956). Η ποίησή του κινείται στο πλαίσιο της καθημερινής ζωής και χαρακτηρίζεται από έντονα λυρική διάθεση. Την ίδια περίοδο συνδέθηκε φιλικά με τους Οδυσσέα Ελύτη, Νίκο Γκάτσο και Ανδρέα Εμπειρίκο. Το 1954 έφυγε για την Αγγλία, όπου έμεινε ως το καλοκαίρι του επόμενου χρόνου. Επέστρεψε στην Αθήνα και ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη διδασκαλία της αγγλικής γλώσσας.

Advertisement

Από την άνοιξη του 1956 έως τον Δεκέμβρη του 1964 περιπλανήθηκε σε διάφορα μέρη του κόσμου (Γερμανία, Αυστρία, Αφρική, Αυστραλία), με ενδιάμεσες επιστροφές στην Ελλάδα. Στην περίοδο αυτή μπάρκαρε σε δανέζικο φορτηγό πλοίο προς τη Γερμανία, εργάστηκε στα γυρίσματα της ταινίας του Τζιν Νεγκουλέσκο «Το παιδί και το δελφίνι», που γυρίστηκε στην Ύδρα το 1956, τέλεσε χρέη μάνατζερ σε περιοδεία του κλασσικού πιανίστα Τώνη Γεωργίου στην Αφρική, εργάστηκε ως υπάλληλος εμπορικού καταστήματος και σιδηροδρομικός υπάλληλος στην Αυστραλία.

Το 1960 ξεκίνησε για το γύρο της Ευρώπης με βέσπα. Στις χώρες που επισκέφτηκε έγραψε «Το Τρίτο στεφάνι», το οποίο ολοκλήρωσε στην Αυστραλία, κατά τη διάρκεια της δεύτερης εκεί παραμονής του και το έστειλε στην Ελλάδα για εκτύπωση. Το έργο απορρίφθηκε ως ακατάλληλο και ο Ταχτσής πραγματοποίησε ιδιωτική έκδοσή του στην Αθήνα το 1962. Το μοναδικό του μυθιστόρημα γνώρισε πολλές εκδόσεις, μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, αγαπήθηκε και διαβάστηκε πολύ από το αναγνωστικό κοινό, ως ένας πιστός και αληθινός πίνακας της νεοελληνικής ζωής.

Την ίδια χρονιά έφυγε για την Αμερική, όπου έμεινε ως το τέλος του 1964. Μετά την οριστική επιστροφή του στην Αθήνα συνεργάστηκε με το πρωτοποριακό λογοτεχνικό περιοδικό «Πάλι» και εργάστηκε ως ξεναγός και μεταφραστής. Μετά την επιβολή της δικτατορίας των Συνταγματαρχών (1967) πρωτοστάτησε στην αντιστασιακή έκδοση των «18 Κειμένων» Ελλήνων συγγραφέων κατά της λογοκρισίας (1971). Τη δεκαετία του '70 εξέδωσε τις συλλογές διηγημάτων «Τα Ρέστα» (1972) και «Η γιαγιά μου η Αθήνα» (1979). Τα τελευταία χρόνια της ζωής του σχεδόν εγκατέλειψε το γράψιμο.

Ο Ταχτσής είχε να παρουσιάσει και πλούσιο μεταφραστικό έργο. Μετέφρασε έργα συγγραφέων, όπως τη «Φιλουμένα Μαρτουράνο» του Εντουάρντο ντε Φίλιπο, καθώς και πολλές κωμωδίες του Αριστοφάνη. Για τη μεταφραστική του εργασία στον Αριστοφάνη είχε επικριθεί από την κριτική για πολλές μεταφραστικές ελευθεριότητες και αυθαιρεσίες.

Δηλωμένος ομοφυλόφιλος και τραβεστί, ο Κώστας Ταχτσής δολοφονήθηκε άγρια κάτω από άγνωστες συνθήκες στο σπίτι του στον Κολωνό στις 25 Αυγούστου 1988, σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση, σε ηλικία 61 ετών. Το έγκλημα παραμένει ακόμα ανεξιχνίαστο και ο δράστης του ασύλληπτος. Ο γνωστός δημοσιογράφος Κώστας Τσαρούχας στο βιβλίο του «Η δολοφονία του συγγραφέα» υποστηρίζει ότι τον Ταχτσή τον σκότωσε ο τελευταίος του πελάτης, όταν διαπίστωσε πως στο κρεβάτι δεν βρισκόταν με γυναίκα, αλλά με άντρα.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/1011

© SanSimera.gr
Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/1011

© SanSimera.gr

Κυριακή 19 Μαΐου 2024

ΜΙΤΣΙΚΟ ΑΟΓΙΑΜΑ, Η βιβλιοθήκη των κρυφών ονείρων







 σελ. 147 Η αξία ενός βιβλίου βρίσκεται περισσότερο στη δική σου ερμηνεία παρά στη δύναμη των λέξεών του

Πέντε άνθρωποι, με διαφορετικές ιδιότητες, ηλικίες, δουλειές, επιδιώξεις  πηγαίνουν σε μια μικρή βιβλιοθήκη στο Τόκιο.
Η χαρισματική βιβλιοθηκάριος Σαγιούρι Κοματσί,  θα προτείνει στον καθένα τους από ένα βιβλίο (ΔΥΣ) ανάλογο των προσδοκιών και των ονείρων τους, όχι όμως ΔΥΣ ανάγνωστο!

Τομόκα, 21 ετών, πωλήτρια σε πολυκατάστημα που θέλει να αποκτήσει καινούριες δεξιότητες και να τα καταφέρει στη νέα της ζωή στην πρωτεύουσα

βιβλίο-πρόταση:  Γκούρι και Γκούρα για παιδιά

Ριό, 35 ετών ,  λογιστής εταιρείας επίπλων που ονειρεύεται να ανοίξει το δικό του μαγαζί με αντίκες· 

βιβλίο-πρόταση: Γιατί το κομπόστ μου ανεβάζει θερμοκρασία; για τον κήπο

Νατσουμί, 40 ετών,  ευσυνείδητη πρώην υπεύθυνη σε περιοδικό, που έχασε τη θέση της εξαιτίας της μητρότητας και πασχίζει να συνδυάσει τις επαγγελματικές της προσδοκίες και την ανατροφή ενός παιδιού·

βιβλίο-πρόταση: Η πόρτα της Σελήνης  , αστρολογία

Χιρόγια, 30 ετών, άνεργος, με αναξιοποίητο ταλέντο στη ζωγραφική, που έχει χάσει την αυτοπεποίθησή του και νιώθει ότι είναι βάρος για την οικογένειά του· 

βιβλίο-πρόταση:  Εξέλιξη: Η θεωρία σε εικόνες , βιολογία- Δαρβίνος

Μασάο 65 ετών,  συνταξιούχος που δεν ξέρει πώς να περάσει τον άπλετο ελεύθερο χρόνο του κι αναζητά καινούρια ενδιαφέροντα.

βιβλίο-πρόταση: Αστράγαλοι και φρύνοι , ποίηση

 *Τί θα διάλεγε άραγε η Σαγιούρι Κοματσί για τον καθένα μας;

* Αλήθεια, θα προτιμούσατε να είστε βιβλιοθηκάριος ή επισκέπτης-αναγνώστης σε μια βιβλιοθήκη; 

και sos  ποια ερώτηση ή απάντηση θα υποβάλλατε; 

  α. Πόσος χώρος/χρόνος  χρειάζεται  ένα βιβλίο στη ζωή σου;

β. Τι ψάχνεις;

γ. Πού ἀνήκεις; Κατηγορία;

  δ.Τι θα θέλατε;

Δευτέρα 6 Μαΐου 2024

Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ και ΣΑΡΛ ΜΠΩΝΤΛΕΡ , Υπάρχουν ευωδίαι ...

 Άνθη του Kακού του Charles Pierre Baudelaire  1821-1867 το πρότυπο του "καταραμένου" ποιητή. 

Ένα βιβλίο «νοσοκομείο ανοικτό σε όλες τις διαταραχές του νου, σε όλες τις σήψεις που μπορεί να υποστεί η καρδιά», όπως το κατηγόρησε η Figaro το 1857, «που προσβάλλει τη δημόσια αιδώ», κατά το δικαστήριο που απαγόρευσε πολλά από τα ποιήματά του. Εκατό σχεδόν χρόνια χρειάστηκαν για να ακυρωθεί και τυπικά αυτή η απόφαση.Ο ίδιος ο ποιητής δηλώνει: «Το Ωραίο πάντα θα είναι παράξενο. Δεν λέω ότι θα είναι παράξενο εκούσια και ψυχρά, διότι τότε δεν θα ήταν παρά ένα τέρας που ξεπήδησε μέσα από τις ατραπούς της ζωής. Λέω απλώς ότι πάντα θα ενέχει ένα στοιχείο παραδοξότητας, όχι ηθελημένης αλλά υποσυνείδητης. Και σε αυτήν την παραδοξότητα θα έγκειται και το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που θα το καθιστά ωραίο».

Μπωντλέρ  ή  Βωδελαίρος  Έζησε μια ζωή σύντομη αλλά έντονη, γεμάτη πάθη και καταχρήσεις που τον εξάντλησαν σωματικά, λάτρεψε τη Μαύρη Αφροδίτη των ποιημάτων του, την Ζαν Ντυβάλ, «ανακάλυψε» και μετέφρασε τον Πόε, και υπέστη το διωγμό και την καταδίκη για τα Άνθη του Κακού  Το 1864, έχοντας σπαταλήσει την περιουσία του,πήγε στις Βρυξέλλες, όπου έζησε δυο άθλια και στερημένα χρόνια. Το 1866 τον έφεραν στο Παρίσι με καθολική παράλυση. Εκεί πέθανε έπειτα από δεκαπέντε μήνες, τον Αύγουστο του 1867. 
Μεταξύ άλλων είπε:  α)Στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του ανθρώπου ξέχασαν δύο δικαιώματα: της αντίρρησης και της φυγής. β)Υπάρχουν μόνο τρία πλάσματα άξια σεβασμού: ο ιερέας, ο πολεμιστής, ο ποιητής. Να γνωρίζεις, να σκοτώνεις, να δημιουργείς. γ) Αυτό που είναι ενοχλητικό με τον έρωτα είναι ότι πρόκειται για ένα έγκλημα που δεν μπορείς να το διαπράξεις χωρίς συνένοχο.
προτρέποντας :  Είναι ώρα να μεθύσετε!
Για να μην είστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του χρόνου,
μεθύστε χωρίς διακοπή.
Με κρασί, με ποίηση, με αρετή, με ό,τι θέλετε! 


Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ 1863-1933 στα Αποκηρυγμένα του (1886-1898) 
 
 «Αλληλουχία κατά τον Bωδελαίρον»       


Είναι ναός η Φύσις όπου ζωνταναί
στήλαι συγκεχυμένας λέξεις κάποτε
εκφέρουσιν. Ο άνθρωπος εκεί περνά
μέσω πυκνών δασών συμβόλων, άτινα
με βλέμματα οικεία τον παρατηρούν.


Ως παρατεταμέναι σμίγουσιν ηχοί
από μακράν εν μια ενώσει ζοφερά,
εν μια ενώσει ως το σκότος αχανεί
και ως το φως, ούτω ανταποκρίνονται
τα χρώματα, οι φθόγγοι, και τ’ αρώματα.

Υπάρχουν ευωδίαι ως το δέρμα των
παιδίων δροσεραί· γλυκείαι ως αυλοί·
πράσιναι ως λειμώνες.

Άλλαι πλούσιαι
είναι, διεφθαρμέναι, θριαμβευτικαί·
ορμάς του πνεύματος και των αισθήσεων
υμνούσαι· την διάχυσιν κατέχουσαι
πραγμάτων απεράντων — ως η άμβαρις *,
ο μόσχος, και ο στύραξ **, και το λίβανον.
[........................................................................]

* άμπαρι < άμπαρη < γαλλική ambre-gris,κηρώδης ουσία με έντονη οσμή που βρίσκεται στο έντερο ορισμένων φαλαινών φυσητήρα, ιδιαίτερα ακριβή πρώτη ύλη για τη βιομηχανία αρωμάτων

**  ο Styrax  γνωστό και ως στερατζιά, αγριοκυδωνιά στουράκι ή αστύρακας είναι ένας δενδρώδης θάμνος, με πατρίδα την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, απαντάται σε όχθες ποταμών, σε ρέματα και σε ρυάκια και κατά προτίμηση σκιερά μέρη σε υψόμετρο έως 1600 μέτρα.Το φυτό περιέχει μια ημίρρευστη, κολλώδης, εσωτερικά φαιά και εξωτερικά σκουρόχρωμη ρητινώδης ουσία, η οποία χρησιμοποιήθηκε για τελετουργικούς σκοπούς, ως θυμίαμα, από την εποχή του Μωϋσή και μέχρι τον 18 αιώνα.

CORRESPONDANCES = Αλληλογραφίες  (Baudelaire)
La Nature est un temple où de vivants piliers
Laissent parfois sortir de confuses paroles ;
L'homme y passe à travers des forêts de symboles
Qui l'observent avec des regards familiers.

Comme de longs échos qui de loin se confondent
Dans une ténébreuse et profonde unité,
Vaste comme la nuit et comme la clarté,
Les parfums, les couleurs et les sons se répondent.

Il est des parfums frais comme des chairs d'enfants,
Doux comme les hautbois, verts comme les prairies,

- Et d'autres, corrompus, riches et triomphants,
Ayant l'expansion des choses infinies,
Comme l'ambre, le musc, le benjoin et l'encens,
Qui chantent les transports de l'esprit et des sens.


Τ' αρώματα μ' εμπνέουν ως η μουσική,
ως ο ρυθμός, ως οι ωραίοι λόγοι,
και τέρπομαι οπόταν εν αρμονικοίς
στίχοις ο Βωδελαίρος ερμηνεύει
όσα απορούσα η ψυχή και ασαφώς
αισθάνετ' εν αγόνοις συγκινήσεσιν.


Μη μόνον όσα βλέπετε πιστεύετε.

Των ποιητών το βλέμμα είν' οξύτερον.

Οικείος κήπος είν' η φύσις δι' αυτούς.

Εν παραδείσω σκοτεινώ οι άνθρωποι
οι άλλοι ψηλαφώσι δρόμον χαλεπόν.
Κ' η μόνη λάμψις ήτις κάποτ' ως σπινθήρ
εφήμερος φωτίζει της πορείας των
την νύκτα, είναι σύντομός τις αίσθησις
μαγνητικής τυχαίας γειτνιάσεως -
βραχεία νοσταλγία, ρίγος μιας στιγμής,
όνειρον ώρας της ανατολής, χαρά
αναίτιός τις αιφνιδίως ρέουσα
εν τη καρδία κ' αιφνιδίως φεύγουσα.