Να ενεργείς με τέτοιο τρόπο, ώστε η αρχή στην οποία στηρίζεται η πράξη σου να μπορούσε να γίνει παγκόσμιος νόμος. ΚΑΝΤ
1. Άφοβον ο Θεός 2. Αναίσθητον ο θάνατος 3. Τ’αγαθόν μεν εύκτητον 4. Το δεινόν ευεκαρτέρητο ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ,Τετραφάρμακος
Κι ο Τουρκόγιαννος είχε βγει τώρα από το κελί του,
χαμογελούσε περίτρομος, είχε δακρυσμένα τα μάτια κι έτρεμε μ' όλο του το κορμί,
παρέτοιμος να βλογήσει τον Πέτρο. Κι άξαφνα έλαμψε μέσα στο νου του η εικόνα
της Μαργαρίτας, κι εθυμήθηκε τα ορφανά του Αράθυμου. Κι είπε έπειτα από ώρα με
το συνηθισμένον κι ήσυχον τρόπο του: «Δεν εσκότωσε! Εγώ σας γελούσα!»
Κι ο Πέτρος ευρέθηκε με μιας ορθός και τον εσίμωσε κι έπεσε γονατιστός μπροστά του και ξακολούθησε να κλαίει χωρίς να προφέρει λέξη. Μα ο Τουρκόγιαννος ήσυχα πάλι ξανάπε: «Λέει ψέματα! Εγώ εσκότωσα· κι εγώ ετιμωρήθηκα· τόσον καιρό σας γελούσα!»
«Απ’ όταν εσκότωσα» ξανάπε ο Πέτρος «ο ίσκιος του δε μ' άφηκε γλυκιά στιγμή· μου φανερονότουν και στον ύπνο, κι εζητούσε δεύτερη φορά να τόνε σκοτώσω, αφού είχα πάρει τη Μαργαρίτα, και δε θέλει ακόμη να με λησμονήσει!» «Λέει ψέματα!» ξανάπε ο Τουρκόγιαννος· «εγώ εσκότωσα κι ετιμωρήθηκα.»
«Ω συμπάθησε!» του ξανάπε ο Πέτρος παρακαλώντας, «θα σου δώσουνε τώρα τη χάρη!»
«Και πού να πάω;» είπε ο Τουρκόγιαννος αναστενάζοντας· «εγώ ένας ορφανός άνθρωπος; Η Μαργαρίτα πρέπει να μη μάθει και να ζήσει ευτυχισμένη μαζί σου, και στον κόσμο δεν έχω πλια τίποτα! Εδώ μέσα για με είναι ο κόσμος· δεν τη θέλω τη χάρη· κι εδώ θα πεθάνω, γιατί πονεμένες ψυχές ζητούν παρηγοριά στη μετάνοια!»
Αυτήν τη στιγμή ο φύλακας με την ήμερη όψη έκραξε τον Πέτρο· «Πέτρο Πέππονα» του ‘πε· «η γυναίκα σου σε ζητεί από τα σίδερα για να σε χαιρετήσει!»Kι ο Τουρκόγιαννος έγειρε το βλέμμα του προς τη σιδερένια πόρτα, εκοίταξε μια στιγμή τη Μαργαρίτα, αναστέναξε κι εμπήκε ξανά κλαίοντας στο κελί του.
Ο λογοτεχνικός ήρωας του ΘΕΟΤΟΚΗ( 1872 – 1923) ο Γιάννος, ο Τουρκόγιαννος , παιδί αγνώστου πατρός, στιγματισμένος ως «νόθος» και «ξένος», μεγαλώνει στην Κέρκυρα αναζητώντας τη θέση του σ’ έναν κόσμο που τον απορρίπτει. Ο μεγάλος του έρωτας για τη Μαργαρίτα τον σημαδεύει για πάντα. Μετά από χρόνια εξορίας και ασκητικής ζωής, επιστρέφει διαφορετικός γεμάτος αγάπη και συγχώρεση. Για χάρη της Μαργαρίτας, ο Γιάννος κάνει την ύστατη πράξη αγάπης: θυσιάζει τη ζωή του για να σώσει εκείνη. Αν και βασανισμένος από μωρό παιδί, από μέσα του αναβλύζει η αγάπη, η αγαθότητα, η αθωότητα και ένας πλούσιος συναισθηματικός κόσμος. Ο Γιάννος εκπέμπει ένα θείο φως και τον ωθεί να βλέπει τα πράγματα από ένα διαφορετικό πρίσμα σε σχέση με τους υπόλοιπους. Δίδαξε τη μετάνοια, την ανιδιοτελή αγάπη, την καλοσύνη, δίδαξε τη συγχώρεση μέσα από τον θείο λόγο και κατάφερε με την καθαρή ψυχή του να ανταπεξέλθει σε όλες τις αντίξοες συνθήκες διαβίωσής του.
Ο όσιος Γέρων Πορφύριος, κατά κόσμον Ευάγγελος Μπαϊρακτάρης, 1906-1991 ήταν το τέταρτο παιδί της οικογένειας. Φύλαγε πρόβατα στο βουνό και είχε παρακολουθήσει μόνο την πρώτη τάξη του δημοτικού, όταν αναγκάστηκε και αυτός λόγω της μεγάλης φτώχειας να πάει στη Χαλκίδα για να δουλέψει. Ήταν μόλις επτά χρονών. Εργάστηκε δύο τρία χρόνια σ ἕνα κατάστημα. Μετά πήγε στον Πειραιά, όπου δούλεψε δύο χρόνια στο παντοπωλείο ενός συγγενούς. Στα δώδεκά του χρόνια έφυγε κρυφά για το Άγιον Όρος, με τον πόθο να μιμηθεί τον Άγιο Ιωάννη τον Καλυβίτη, τον οποίο είχε ιδιαίτερα αγαπήσει, όταν παλαιότερα είχε διαβάσει το βίο του...
Στην
Πολυκλινική Αθηνών, στο κέντρο της Αθήνας , μέσα στον πόνο από τις αρρώστιες και τον θάνατο.Τριάντα τρία χρόνια «σαν μια μέρα»! Απαρατήρητος στους πολλούς. Ο
καθηγητής Ιατρικής Κ. Αλιβιζάτος τού είπε: «Παπά μου, δεν σε είδαμε, δεν
σε γνωρίσαμε. Πω, πω, πω, εμείς να σε έχουμε τόσα χρόνια και να μη σε
ξέρουμε!»
Από τη δύσβατη έρημο των Καυσοκαλυβίων, ο Θεός τον έστειλε
στον κόσμο, στα «απολωλότα πρόβατά Του», σε εμάς! Ο λόγος του γλυκός, βαθύτατα θεολογικός,
ποιητικός, σαν μυθιστόρημα. Μια συνεχής έκπληξη. Ευφραινόμαστε με τον
λόγο του! Το εκπληκτικό χάρισμά του, μοναδική περίπτωση, καρπός
υπέρμετρου αγώνα.
- Όταν έρχεται ο κακός λογισμός, η μελαγχολική σκέψη, ο φόβος, ο πειρασμός να σε καταλάβει, μην πολεμάς μαζί τους να τα διώξεις. Άνοιξε τα χέρια σου στην αγάπη του Χριστού και σε παίρνει στην αγκαλιά του και χάνονται αυτά μόνα τους.
- Όταν ο κήπος της ψυχής σου είναι γεμάτος αγκάθια (πάθη), μην προσπαθείς να τα ξεριζώσεις και βρίσκεσαι διαρκώς τραυματισμένος και μολυσμένος από την ασχολία σου μαζί τους. Δώσε όλη τη δύναμη σου στα λουλούδια της ψυχής σου, πότισέ τα, και τότε τ΄ αγκάθια θα ξεραθούν μόνα τους. Και το καλύτερο λουλούδι είναι η αγάπη σου στον Χριστό. Αν ποτίσεις αυτήν και αναπτυχθεί, όλα τα αγκάθια μαραίνονται.
και στο τέλος του γράφει:
«Αγαπητά πνευματικά μου παιδιά.
Τώρα που ακόμα έχω τας φρένας μου σώας θέλω να σας πω μερικές συμβουλές. Από
μικρό παιδί όλο στις αμαρτίες ήμουνα. Και όταν με έστελνε η μητέρα μου να
φυλάξω τα ζώα στο βουνό, γιατί ο πατέρας μου, επειδή ήμασταν φτωχοί είχε πάει
στην Αμερική για να εργαστεί στην διώρυγα του Παναμά, για εμάς τα παιδιά του,
εκεί, που έβοσκα τα ζώα συλλαβιστά διάβαζα τον βίο του αγίου Ιωάννου του
Καλλυβίτου και πάρα πολύ αγάπησα τον Άγιο Ιωάννη και έκανα πάρα πολλές
προσευχές σαν μικρό παιδί που ήμουνα 12-15 χρονών δεν θυμάμαι ακριβώς καλά και
θέλοντας να τον μιμηθώ με πολύ αγώνα έφυγα από τους γονείς μου κρυφά και ήλθα
στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους και υποτάκτηκα σε δυο γεροντάδες αυταδέλφους
τον Παντελεήμονα και τον Ιωαννίκιο. Μου έτυχε να είναι πολύ ευσεβείς και
ενάρετοι και τους αγάπησα πάρα πολύ και γι’ αυτό με την ευχή τους τους έκανα
άκρα υπακοή. Αυτό με βοήθησε πάρα πολύ, αισθάνθηκα και μεγάλη αγάπη και προς
τον Θεό και πέρασα πάρα πολύ καλά. Αλλά, κατά παραχώρηση του Θεού, για τις
αμαρτίες μου αρρώστησα πολύ και οι Γεροντάδες μου μου είπαν να πάω στους γονείς
μου στο χωριό μου εις τον Άγιον Ιωάννη Ευβοίας. Και ενώ από μικρό παιδί είχα
κάνει πολλές αμαρτίες όταν ξαναπήγα στον κόσμο συνέχισα τις αμαρτίες οι οποίες
μέχρι και σήμερα έγιναν πάρα πολλές. Ο κόσμος όμως με πήρε από καλό και όλοι
φωνάζουνε ότι είμαι άγιος. Εγώ όμως αισθάνομαι ότι είμαι ο πιο αμαρτωλός
άνθρωπος του κόσμου. Όσα ενθυμόμουνα βεβαίως τα εξομολογήθηκα, αλλά γνωρίζω ότι
γι αυτά που εξομολογήθηκα με συγχώρησε ο Θεός, αλλ’ όμως τώρα έχω ένα
συναίσθημα ότι και τα πνευματικά μου αμαρτήματα είναι πάρα πολλά και παρακαλώ
όσοι με έχετε γνωρίσει να κάνετε προσευχή για μένα διότι και εγώ όταν ζούσα
πολύ ταπεινά έκανα προσευχή για σας, αλλ’ όμως τώρα που θα πάω για τον ουρανό
έχω το συναίσθημα ότι ο Θεός θα μου πεί: τι θέλεις εσύ εδώ; Εγώ ένα έχω να του
πω. Δεν είμαι άξιος Κύριε για εδώ, αλλ’ ότι θέλει η αγάπη σου ας κάμει για
μένα. Από εκεί και πέρα δεν ξέρω τι θα γίνει. Επιθυμώ όμως να ενεργήσει η αγάπη
του Θεού. Και πάντα εύχομαι τα πνευματικά μου παιδιά να αγαπήσουν το Θεό, που
είναι το πάν, για να μας αξιώσει να μπούμε στην επίγειο άκτιστο εκκλησία του.
Γιατί από εδώ πρέπει να αρχίσουμε. Εγώ πάντα είχα την προσπάθεια να προσεύχομαι
και να διαβάζω τους Ύμνους της Εκκλησίας, την Αγία Γραφή και τους βίους των
Αγίων μας και εύχομαι και εσείς να κάνετε το ίδιο. Εγώ προσπάθησα με τη χάρη
του Θεού να πλησιάσω τον Θεό και εύχομαι και εσείς να κάνετε το ίδιο. Παρακαλώ
όλους σας να με συγχωρέσετε για ότι σας στεναχώρησα.
Ιερομόναχος Πορφύριος
Εν Καυσοκαλυβίοις τη 4/7 Ιουνίου 1991»



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου