Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2016

κάτω από τον τίτλο ''ναυάγιο''

και με ανάγνωση του Κρητικού του ΣΟΛΩΜΟΥ
το Γα1 εμπνεύστηκε,δημιούργησε,έγραψε:



Οι άνθρωποι στις μέρες μας χαρακτηρίζονται από αχαριστία και έλλειψη αίσθησης της πραγματικής αγάπης. Θα μπορούσε να πει κανείς πως λειτουργούν σχεδόν μηχανικά, σαν «ρομποτάκια» των σύγχρονων ρυθμών ζωής, ξεχνώντας το νόημα της αμοιβαίας ανταλλαγής συναισθημάτων. Ο χρόνος για τη δημιουργία σχέσεων ανθεκτικών στο πέρασμα των ετών, είναι ανύπαρκτος. Συνέπειες της κατάστασης αυτής είναι η μελαγχολία και τελικά η αίσθηση μοναξιάς. Το άτομο συνειδητοποιεί, δυστυχώς πολύ αργά την αξία της αγάπης και όταν πλέον θα έχουν σβήσει τα φώτα, μόνο το όνειρο θα μπορεί να το «σώσει» έστω και για λίγο από τη σκληρή και απάνθρωπη πραγματικότητα.

Ε.Π.

Ο χωρισμός από αγαπημένα πρόσωπα, μπορεί να σε κάνει να νοιώσεις άπειρα συναισθήματα. Τα κυρίαρχα νομίζω πως είναι  η μοναξιά και η μελαγχολία. Ερωτεύεσαι, αφήνεσαι, τα δίνεις όλα και στο τέλος μένεις μόνος, να θυμάσαι τα πολλά που είχατε κάποτε μαζί. Ίσως πολλοί το θεωρούν υπερβολικό, όμως όταν μένεις δίπλα σε μια σχέση που ναυάγησε, που εσύ προσπάθησες να τη σώσεις όμως δεν το κατάφερες, χάνεις τον κόσμο σου και τον εαυτό σου. Κι όποιος ισχυρίζεται το αντίθετο προφανώς δεν ερωτεύτηκε ποτέ, ώστε να νοιώσει τον πόνο που αφήνει πίσω του, ένας χαμένος έρωτας.

                                                                                 Δ.Κ.

Είχαν περάσει ήδη πέντε μήνες από το χωρισμό τους κι όμως τής ήταν αδύνατο να διαγράψει από τη μνήμη της το πρόσωπό του. Οι αναμνήσεις ξεπηδούσαν σαν φλογερά βέλη από μέσα της που έκαιγαν την πληγωμένη καρδιά της. Η απογοήτευση γινόταν νοσταλγία και το αντίστροφο ·φαύλος κύκλος που καθιστούσε ακόμη πιο έντονη την απώλεια. Όσο δυνατή κι αν ήταν η αγάπη της όμως, δεν μπορούσε να λησμονήσει την αχαριστία που εισέπραξε από εκείνον. Όσο κι αν προσπαθούσε, η αχαριστία αυτή είχε ριζώσει βαθιά μέσα της. Ήταν εκείνο το συναίσθημα που την έκανε να πιστεύει πως ο χωρισμός ήταν η μοναδική και ασφαλέστερη λύση, αφού είχε συνειδητοποιήσει ότι η σχέση τους δεν ήταν παρά ένα ναυάγιο.

                                                                                   Γ.Κ.



Το ναυάγιο είναι το κενό που νιώθουμε μέσα μας όταν χάνουμε ένα κοντινό μας πρόσωπο. Η απόγνωση και η μελαγχολία. Η θλίψη την οποία δεν ξέρουμε πώς να τα ξεπεράσουμε… ο ψυχικός πόνος που φέρνει κάθε χαμένη αγάπη, ο οποίος φαντάζει αξεπέραστος σαν ένας ψυχικός μονόδρομος. Είναι η στενοχώρια την οποία παρόλο που προσπαθούμε, με ότι δύναμη έχουμε, να την ξεπεράσουμε δεν καταφέρνουμε να κάνουμε τον εαυτό μας να νοιώσει καλύτερα. Είναι η χαρά που χάνεται, ναυαγεί, με το χάσιμο κάποιου που αγαπάς.

Α.Δ.

Σε ορισμένα ταξίδια, χρειάζεται στην αρχή πολλή  προσπάθεια ή χρήμα για να τα κάνεις. Η μοναξιά που νοιώθεις όμως σε ωθεί να γνωρίσεις νέα πρόσωπα, νέους χώρους και νέες καταστάσεις. Κατά τη διάρκεια τους, μπορεί να νοιώσεις απογοήτευση και νοσταλγία. Μπορεί για παράδειγμα να χάσεις κάτι σημαντικό όπως πολλά χρήματα, αλλά η μαγεία που θα νοιώθεις κατά την διάρκεια του ταξιδιού δεν μπορεί να περιγραφτεί. Το πιο σημαντικό είναι να γνωρίζει το άτομο ότι όσο μεγαλύτερη προσπάθεια και θυσίες κάνει για ένα ταξίδι τόσο ασφαλείς θα είναι από ένα «ναυάγιο».

Δ.Α.

Αρκετές φορές πολλοί από εμάς αισθανόμαστε σαν ναυαγοί, έχοντας χάσει παρέες, στόχους και διάθεση για δημιουργία. Νοιώθουμε σαν να βρισκόμαστε σε ένα έρημο νησί ολομόναχοι. Είναι στιγμές που όλα αυτά τα συναισθήματα καταπνίγουν τη φαντασία μας και δεν μας αφήνουν να κατανοήσουμε το πλήθος και την ποικιλομορφία των οργανισμών που συνθέτουν τη μαγεία του βυθού της θάλασσας που μας περιβάλλει. Σ’ αυτό το βυθό, μπορεί να υπάρχει και ένα ναυάγιο. Όταν βρισκόταν στην ακμή του έκανε ταξίδια, επισκέπτονταν μέρη και είχε πιστούς συντρόφους του τους ναύτες. Κάποια στιγμή, βυθίστηκε και τα έχασε όλα. Και όμως τα ξεπέρασε γρήγορα, αφού κάτω απ’ το νερό συνάντησε νέα παρέα, τους οργανισμούς της θάλασσας, που περνούν από μέσα του παίζοντας μαζί του ένα ατέλειωτο παιχνίδι. Όπως αυτό το ναυάγιο, έτσι και εμείς δεν πρέπει να χάνουμε τις ελπίδες μας με την πρώτη αποτυχία, αλλά να ξέρουμε ότι γύρω μας πάντα θα υπάρχει ένας άλλος σύντροφος, ένας άλλος φίλος, ένα άλλο όνειρο.

  Σ.Α.

Τον αγαπούσε και τον λάτρευε σαν θεό. Το πρόσωπό του ερχόταν συνεχώς στη σκέψη της και τις νύχτες έμενε ξάγρυπνη. Εκείνος όμως δεν ένοιωθε το ίδιο. Το παγωμένο βλέμμα του και η αδιαφορία, της ράγιζε την καρδιά. Η σχέση τους έμοιαζε με ναυάγιο. Η αγάπη και ο έρωτας συνεχώς χτυπούσαν στα κοφτερά βράχια της ψυχής του αγοριού της. Το κορίτσι ήταν η σκέψη του όμορφου ταξιδιού, ενώ το αγόρι έμοιαζε με τη θλίψη και τη μελαγχολία που αποπνέει η εικόνα ενός ναυαγίου. Αφού απομακρύνθηκαν, το κορίτσι συνειδητοποίησε πως τελικά η καλύτερη λύση ήταν αυτή. Οι προσπάθειές της κατέληγαν απέλπιδες εφόσον δεν έβρισκαν αντίκρισμα. Η ηρεμία πλημμύριζε την ψυχή της και επούλωνε κάθε πόνο που ένοιωθε. Η μπόρα είχε περάσει και το ουράνιο τόξο δεν αργούσε να φανεί.

Γ.Κ.

Για ένα ταξίδι ξεκίνησε πάλι, ένα ταξίδι σαν όλα τα υπόλοιπα. Ήταν συνηθισμένος άλλωστε σ΄αυτά τα ταξίδια… είχε κάνει πολλά και την ήξερε καλά τη θάλασσα. Κάθε που ο ήλιος έγερνε προς τη δύση έτοιμος να χαθεί από τον καταγάλανο ουρανό, που ήταν σαν να καθρεφτίζει τη θάλασσα μερικές φορές τον έπιανε μια περίεργη χαρμολύπη. Αναπολούσε όλα αυτά που πέρασε σε στεριά και θάλασσα. Αλλά πιο πολύ στη στεριά, γιατί εκεί την είχε δει. Εκεί…. Στο λιμάνι από αυτά που συνήθιζε ν΄αράζει. Εκεί με το κατάλευκο φόρεμά της και τα μαλλιά της λυτά  να αγκαλιάζουν την πλάτη της. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε…ούτε εκείνος θυμόταν πόσα… αλλά όμως ούτε μέρα δεν είχε περάσει που να κοιτάζει τον ήλιο να δύει και να μην την θυμάται. Και τότε πάλι ερχόταν εκείνη η στιγμή που γέμιζε πάλι τυφλές ελπίδες ότι μπορεί πάλι να την ξαναδεί  σ΄ένα λιμάνι από αυτά που άραζε συχνά…όμως αυτό κρατούσε λίγο και επέστρεφε ξανά η θλίψη στα μάτια και στην καρδιά του… Η θλίψη που την άφησε να χαθεί έτσι… που δεν είχε το θάρρος…

Π.Λ.

Το 700 π.Χ. ο Οδυσσέας, βασιλιάς της Ιθάκης αναγκάστηκε να αφήσει τη γυναίκα του, την πατρίδα του, το γιό του ξια να υπερασπιστε’ί τους Έλληνες στον Τρωικό πόλεμο, ο οποίος είχε ξεσπάσει. Ο δεκαετής αυτός πόλεμος τελείωσε με νικητές τους Έλληνες. Στο τέλος, ο Οδυσσέας διέπραξε ύβρη στους θεούς, οι οποίοι έδωσαν παράταση στη μακρινή επιστροφή του. Μετά από δεκαετείς περιπλανήσεις νοσταλγίας, ο Οδυσσέας επέστρεψε στην Ιθάκη όπου έζησε με την οικογένειά του μέχρι το τέλος της ζωής του.

Κ.Μ.

Μέσα στην απεραντοσύνη της θάλασσας, η μοναξιά είναι ανυπόφορη, η λύπη για τα πρόσωπα που αγαπάς και βρίσκονται μίλια μακριά σου είναι έντονη. Τεράστια η μελαγχολία που νιώθεις να σε κυριεύει όλο και πιο πολύ. Θες να αφεθείς στο θάνατο, το ναυάγιο είναι τόσο κοντά που θέλεις να φύγεις , να ηρεμήσεις. Δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω, τη στιγμή που το ναυάγιο ξεπερνά τη σκέψη και φτάνει στην πραγματικότητα. Δεν υπάρχει λύση. Η γαλήνη της θάλασσας, η τελευταία στιγμή.                                                Η.Β.

Τα καλοκαίρια… Άραγε ποιος από εμάς δεν έχει νιώσει στην αρχή του Σεπτέμβρη τη μελαγχολία που αφήνει πίσω του το καλοκαίρι φεύγοντας; Αρχίζεις να νοσταλγείς τις τρέλες και τις βραδινές βόλτες κάθε μέρα που ήταν ανέμελη και ξέγνοιαστη μακριά από το άγχος και την πίεση του χειμώνα. Έτσι νιώθεις το ‘’ναυάγιο΄΄ της χαράς να εισβάλλει μέσα σου.        Ε.Γ.

Πολλές φορές έχουμε ανάγκη ανθρώπους οι οποίοι μας κατακλύζουν με την αθωότητα και την ανεξάντλητη προσφορά αγάπης. Η ιδιοτέλεια είναι ανύπαρκτη και ένας άνθρωπος όντας ευτυχισμένος με έναν άλλον βιώνει την απόλυτη μαγεία. Όμως οι άνθρωποι κουράζονται και ψάχνουν τρόπους διαφυγής, φοβούνται γιατί δεν έχουν το θάρρος να αντιμετωπίσουν τα αισθήματα που βλέπουν ότι ξεθωράζουν. Δεν μιλάνε στο συνοδοιπόρο τους και έτσι καταλήγουν να τον χάσουν ολοσχερώς.       Α.Ε.

Στις 12 Ιουλίου μάθαμε πως το κρουαζιερόπλοιο που μετέφερε την αδερφή μου και τον άνδρα της από τις διακοπές τους ναυάγησε. Και πως μέσα στους νεκρούς ήταν κι αυτοί. Η στενοχώρια μας ήταν τόση που όταν μας πήγαν να τους αναγνωρίσουμε τους μπερδέψαμε με άλλους και παρ’ ολίγο να μας κλείσουν στη φυλακή. Η αδερφή μου και ο άνδρας της αγαπιόντουσαν πολύ και είχαν πάει ένα ταξίδι αλλά δεν ήταν τυχεροί. Έτσι όταν ξεκίνησαν από το λιμάνι για κοντά μια ώρα μετά αισθάνθηκαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά στο πλοίο. Έτσι, το πλοίο άρχισε να παίρνει νερά με αποτέλεσμα να χαθούν 1.500 άνθρωποι και μέσα σε αυτούς- και η αδερφή μου με τον άνδρα της.

                                                                                                                           Γ.Κ.

Ολόκληρη η ζωή του ανθρώπου αποτελείται από στιγμές, τις οποίες καθορίζει ο ίδιος μέσα από τις επιλογές που κάνει. Τις περισσότερες φορές  οι αναμνήσεις που αποκτά είναι ιδιαίτερα ευχάριστες και συνήθως συμπεριλαμβάνουν συγγενικά πρόσωπα ή φιλκά. Αυτές τις αναμνήσεις τις φυλάει στην καρδιά του. Όταν τις φέρνει στο νου του αναπολεί και νοιώθει μια νοσταλγία διότι αναλογίζεται ότι ίσως να μην συμβούν ξανά. Υπάρχουν ωστόσο και στιγμές που ήταν για τον ίδιο επώδυνες, κατά τις οποίες ένοιωσε ίσως ότι είχε φτάσει στα όριά του, σε μια κατάσταση απροχώρητη. Τότε ήταν που αισθανόταν μία ανεξήγητη μοναξιά ενώ την ίδια περιβαλλόταν από άτομα που ενδιαφέροταν για το καλό του, που ήθελαν να τον προσφέρουν όση αγάπη χρειαζόταν απλά εκείνος δεν το έβλεπε διότι οι κακές του εμπειρίες τον τύφλωναν. Είχε βιώσει δύσκολες καταστάσεις, πολλές απογοητεύσεις και ήττες και του ήταν δύσκολο πλέον να εμπιστευτεί ξανά. Ένοιωθε ότι χανόταν σταδιακά σε ένα συναισθηματικό ναυάγιο, από το οποίο δύσκολα γλιτώνει κανείς. Ατένιζε με μελαγχολία τα παιδικά του χρόνια και επιθυμούσε να γυρίσει σε εκείνη την αθωότητα. Πολλές φορές πίστεψε ότι δεν αντέχει άλλο και όμως κάθε φορά ένα γεγονός του έδινε το κουράγιο να συνεχίσει. Κάτι που του έδινε την ελπίδα να μην το βάλει κάτω και να προσπαθεί ακόμη περισοότερο. Έγινε έτσι ένας αγωνιστής της ζωής που παλεύει να εκπληρώσει τα όνειρά του.

                                                                                                                                                                                   Β.Κ.  
Ήξερε πως δεν τους άξιζε αυτό το τέλος.Κοίταζε τις φωτογραφίες τους και ένιωθε στα αυτιά της μια μελωδία, μια μελωδία τόσο οικεία.. Και βέβαια, ήταν η μελωδία της νοσταλγίας για όλα αυτα τα χρόνια που πέρασαν μαζί. Από μέσα της ξεπηδούσαν ανεξέλεγκτα πολλά συναισθήματα, άλλοτε αυτά της γλυκιάς χαράς και άλλοτε της αβάσταχτης θλίψης. Όλα αυτά ήταν πλέον αναμνήσεις,είχαν προσπαθήσει τόσο πολύ να σώσουν την αγάπη τους και τους εαυτούς τους αλλά μάταια.Ένα δάκρυ κύλησε όταν ξαφνικά μπήκε στο δωμάτιο για να την δει μια τελευταία φορά. Λυπάμαι γι΄αυτή την κατάληξη, είπε. Πώς γίναμε τόσο αδιάφοροι ο ένας για τον άλλο; Τόσο κενοί που δεν μπορούμε να μας προσφέρουμε τίποτε άλλο. Τόσο ανούσιοι, σαν παρενθέσεις στην υπόλοιπη ζωή μας. Αντίο για πάντα. Αγκαλιάστηκαν τόσο σφιχτά που ένωσαν όλα τα σπασμένα κομμάτια τους και μετά χάος. Κατευθύνθηκαν προς την έξοδο με τη βαλίτσα της και αποχωρίστηκαν ο ένας τον άλλον. Όλα όσα είχαν ζήσει μαζί τελείωσαν με ένα απλό κλείσιμο της πόρτας. Και δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ. 
                                                                  Β.Κ.

Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2016

Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική, Ο. Ελύτης και... οι μαθητές

Η συζήτηση σχετικά με την ελληνική γλώσσα και την εκμάθησή της, αρχαία και νέα, πάντα επίκαιρη. 
Το ποίημα του Ο. Ελύτη "Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική" από το Άξιον Εστί, προκλητικό.
Η φαντασία, η ποιητική δημιουργικότητα, η λεξιπλασία των παιδιών πάντα εκπλήσσει.

Συμπληρώνοντας με τη δική τους πινελιά τους στίχους του ποιήματος, το φώτισαν κάποιες φορές με τον δικό τους ήλιο. 
Τους ευχαριστώ!

(Περάστε τον κέρσορα από κάθε υπογραμμισμένη λέξη για να δείτε τις δικές τους επιλογές)
Οδυσσέας Ελύτης
Από το Άξιον Εστί:
Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική

 Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική.


το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου...

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου...

Εκεί σπάροι και πέρκες
ανεμόδαρτα ρήματα
ρεύματα πράσινα μες στα γαλάζια
όσα είδα στα σπλάχνα μου ν' ανάβουνε
σφουγγάρια, μέδουσες

με τα πρώτα λόγια των Σειρήνων

όστρακα ρόδινα με τα πρώτα μαύρα ρίγη...

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα μαύρα ρίγη...

Εκεί ρόδια, κυδώνια
θεοί μελαχροινοί, θείοι κ' εξάδελφοι

το λάδι αδειάζοντας μες στα πελώρια κιούπια.
Και πνοές από τη ρεμματιά ευωδιάζοντας
λυγαριά και σχίνο


σπάρτο και πιπερόριζα

με τα πρώτα πιπίσματα των σπίνων

ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι...

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι!..

Εκεί δάφνες και βάγια
θυμιατό και λιβάνισμα

τις πάλες ευλογώντας και τα καριοφίλια

στο χώμα το στρωμένο με τ' αμπελομάντιλα ,

κνίσες, τσουγκρίσματα

και Χριστος Ανέστη

με τα πρώτα σμπάρα των Ελλήνων!
Αγάπες μυστικές με τα πρώτα λόγια του Ύμνου...

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του "Υμνου !..




Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2016

Υποταγή , ΜΙΣΕΛ ΟΥΕΛΜΠΕΚ





Σε μια Γαλλία αρκετά κοντινή στη σημερινή, ο Φρανσουά ακολουθεί πανεπιστημιακή καρριέρα. Είναι όμως αδιάφορος, συμβατικός, μη επαναστατικός, πνευματικά στάσιμος. Προσπαθεί να δώσει νόημα στη ζωή του, προσχωρώντας στη μουσουλμανική αδελφότητα.

Πόσο υποθετικό το σενάριο του συγγραφέα για εξισλαμισμό της Ευρώπης;
Ο θρησκευτικός φανατισμός διορθώνει τα τρωτά του υλικού δυτικότροπου ευδαιμονισμού;



Μια γοητευτική ειρωνική απόσταση από τους ήρωες/αντιήρωες του βιβλίου σε υποτάσσουν να το διαβάσεις.Να το πιστέψεις όμως;;;;;;

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2016

Οι τρεις σωματοφύλακες
Alexandre Dumas


 “ Και τώρα κύριοι” είπε ο Ντ’ Αρτανιάν  “ όλοι για έναν και ένας για όλους, αυτό δεν είναι το σύνθημά μας;”
“Μολαταύτα…”  άρχισε ο Πόρθος.
“ Τέντωσε το χέρι σου και ορκίσου!” του φώναξαν μαζί ο Άθως και ο Άραμης.
Μουρμουρίζοντας, μα νικημένος απ ’το γενικό παράδειγμα, τέντωσε κι ο Πόρθος το χέρι του, και οι τέσσερις φίλοι είπαν όλοι μαζί δυνατά το σύνθημα που όρισε στη συντροφιά του ο Ντ ’Αρτανιάν:
“ Όλοι για έναν και ένας για όλους”.

  Ο Ντ’ Αρτανιάν είναι ένας νέος, δεκαοχτώ χρονών Γασκόνος , ο οποίος επιθυμεί να γίνει σωματοφύλακας του βασιλιά. Με αυτό το όνειρο, και μια συστατική επιστολή για τον κύριο ντε Τρεβίλ, διοικητή των σωματοφυλάκων και γνωστού του πατέρα του, ξεκινά το ταξίδι του για το Παρίσι. Στο δρόμο όμως τσακώνεται με έναν μυστήριο άνδρα ο οποίος τον τραυματίζει και του κλέβει την επιστολή. Έτσι λοιπόν, χωρίς να έχει πολλά εφόδια, φτάνει στον προορισμό του.  
  Παρ’ όλα αυτά δεν το βάζει κάτω και προσπαθεί να γνωρίσει τον Τρεβίλ.  Έξω από το γραφείο του, συναντά τους σωματοφύλακες Άθω, Πόρθο και Άραμη, με τους οποίους ενώ αρχικά θα φιλονικήσει , θα γίνουν  οι αχώριστοι φίλοι και σύμμαχοι του. Αυτοί οι τέσσερις ήρωες θα δημιουργήσουν μία ομάδα με στόχο την προστασία του βασιλιά. Με το σύνθημα “ Όλοι για έναν και ένας για όλους”, δε θα διστάσουν να μπλέξουν σε μεγάλες περιπέτειες, πολλές από αυτές οργανωμένες από τον καρδινάλιο για την υπονόμευση του κυρίου ντε Τρεβίλ και της βασίλισσας, καθώς και για την αύξηση της επιρροής του στις αποφάσεις του βασιλιά.

  Μια κλασσική περιπέτεια, ικανή να μαγέψει και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη, η οποία μας μεταφέρει στα χρόνια της βασιλείας του Λουδοβίκου ΙΓ’, ο «κώδικας των σωματοφυλάκων», που δεν έχει πολλές διαφορές από τον «κώδικα των ιπποτών», ο έρωτας, αλλά και οι ίντριγκες της Αυλής, που είναι αρκετά ικανές να «ταράξουν» και τις ζωές των απλών πολιτών. Το βιβλίο έχει μεταφερθεί αρκετές φορές στην μικρή οθόνη, τον κινηματογράφο και το θέατρο. 

 Σαρίκα Μαρία



Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2016

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ






Η ΦΥΣΗ ΕΧΕΙ ΤΗΝ ΠΙΟ ΩΡΑΙΑ ΜΝΗΜΗ ,  Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Η φύση έχει μια μνήμη με σύννεφα μπλάβα
με κίτρινες προεκτάσεις του φεγγαριού
στις λίγες αναμνήσεις που μου μένουν
όταν υμνούσα το Σεπτέμβρη
κι απ' τα νερά τα γκρίζα, τα μαλαματένια του
είχα δει ν' αναδύονται τα πιο ωραία
σώματα της αγάπης μου.
Ήταν α υ τ ή η ψύχρα
α υ τ ή  η θολή καθαρότητα
κι ένα γλυκό φωτοστέφανο
τριγύριζε τα πρωινά ψάρια
στον μαρμάρινο μπάγκο.
Ο αέρας ύφασμα
με τέλεια εφαρμογή
η μυρωδιά του γιασεμιού
λες κι ήταν προσωπικό μου χάρισμα
λες και με αφορούσε κι εμένα
η ωραιότητα.
Η αγάπη έχει αξία συλλογική
τα τόσα πρόσωπα είναι ένα
μες στο γαλάζιο
κι η συμβολή τους συμβολική
στης εποχής το γύρισμα
στον τρύγο
στο πλύσιμο των βαρελιών
δίπλα στη θάλασσα
στα μαύρα σακιά με κοπριά
ακουμπισμένα στην πόρτα μου
σαν κακοί οιωνοί.
Η φύση έχει την πιο ωραία μνήμη
φοράει το ίδιο φως
σε κάθε επέτειο
κρατάει το ίδιο κλαρί
με τα λαχανιασμένα φύλλα
στην εκθαμβωτική πτώση τους.
Γιατί εγώ άσχημα θυμούμαι
Βλέπω μόνο σταγόνες πίκρας
στα χείλη μου που τα ΄σχιζε
η χαρά
και σημάδια αλλοίωσης στα μέλη
τα κρυφά
ανθεστήρια θανάτου.


Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2016

Η υπέροχη φίλη μου ,ΕΛΕΝΑ ΦΕΡΡΑΝΤΕ



Διαβάζοντας το 1ο βιβλίο-μυθιστόρημα  της τετραλογίας της Νάπολης,

αναρωτιέσαι ποιος γράφει αυτό το βιβλίο και ποιος ξεστομίζει αυτόν τον τίτλο...
Ποια είναι η ΦΕΡΡΑΝΤΕ, η ΛΙΛΑ, η ΕΛΕΝΑ και με ποιαν ταυτίζεται η κάθε μαθήτρια, έφηβη,γυναίκα, φίλη; Τι θα έλεγε ο σύγχρονος αναγνώστης για τη δεκαετία του 1950; Πόσο έχει αλλάξει η κοινωνία μας;Πώς παρουσιάζεται το ανδρικό φύλο; Ο σύγχρονος νέος τι θα ζήλευε από παρόμοιες φτωχογειτονιές; Και οι κλασικές σπουδές με Αρχαία και Λατινικά στην Ιταλία;

Η Λίλα Τσερούλλο  κόρη τσαγκάρη και η Έλενα Γκρέκο  κόρη θυρωρού,δένονται από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Στον μικρόκοσμο των δυο φιλενάδων συναντάμε μεροκαματιάρηδες, νεαρούς νταήδες που μεγαλοπιάνονται αλλά κι έναν υπαλληλάκο που όλως παραδόξως δημοσιεύει ποιήματα, κι έναν χορό από γυναίκες αιχμάλωτες ενός ανδροκρατούμενου κατεστημένου.

Στο κατώφλι της εφηβείας, και οι δυο πιστεύουν ακράδαντα: «Αν διαβάζαμε πολύ, θα μπορούσαμε να γράψουμε βιβλία και χάρη σ’ αυτά να γίνουμε πλούσιες». Ο στόχος είναι ο ίδιος, αλλά τα μέσα για να τον κατακτήσουν είναι  διαφορετικά για την καθεμιά... 


Είναι ο ευγενής συναγωνισμός και ο θαυμασμός ακλόνητο θεμέλιο μιας ειλικρινούς/ μόνιμης/αληθινής φ ι λ ί α ς  ή ....;;;

υγ. Αφιερωμένο στην υπέροχη φίλη μου Βίκη ή Λίλα!