ΚΡΑΤΗΣΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ: ΕΠΙΦΑΝΙΑ 1937
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης Ερμηνεία: Αντώνης Καλογιάννης
https://www.youtube.com/watch?v=2YxzApTeJWc&list=RD2YxzApTeJWc&start_radio=1
Κατά τον Πρεβελάκη, ο Καζαντζάκης μέσα από το έργο αυτό μας δίνει το στίγμα της πνευματικής του περιπλάνησης
Στο Συμπόσιον του Πλάτωνα, διερευνάται ο Έρωτας, ενώ στο Συμπόσιον του Καζαντζάκη κυρίαρχη θέση κατέχει η προσπάθεια του συγγραφέα να ζωντανέψει μέσα του αλλά και να εκφράσει τις παιδικές μνήμες που έχει από τον πατέρα του και το περιβάλλον του. Κεντρικό θέμα πάντως είναι ο ΕΡΩΤΑΣ που οδηγεί τον άνθρωπο στην αυτογνωσία και στη θέωση.Αναζητά την αλήθεια όπως ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ με το διάλογο και έτσι ο άνθρωπος μέσω της υπέρβασής του για την αλήθεια ξεπερνά τη θνητότητά του.
Ο συγγραφέας επιλέγει να πραγματοποιήσει κάτω από μια συνάθροιση μιας μικρής ομάδας, την ανακούφιση και τη λύτρωση που νοιώθει αυτός αποφασίζοντας να μοιραστεί προσωπικά του θέματα με άλλους. Ερωτήσεις, απορίες, διαφωνίες, συγκρούσεις! Ζωντανός και αποκαλυπτικός διάλογος!
Μέσα από την εξομολόγησή του ο Καζαντζάκης αναφέρεται στην παιδική του ηλικία. Πώς ένιωθε σαν παιδί και πώς υπέφερε τα μαρτύρια των αγίων. Τις λίγες χαρές που θυμάται από την ηλικία αυτή αλλά και τη θέλησή του να αρνηθεί τον κύρη και τη μάνα του. Πώς ξεπέρασε την κρίση της ήβης με τη φυγή του από τον κόσμο, “ φυγή μόνου προς μόνον “ όπως αναφέρει ο ίδιος με το να πάει στο Άγιον Όρος, για το “ πνευματικό του προσκύνημα “, όπως έκαναν οι ασκητές, εκεί όπου θα μάθει πόσο βαρύ είναι το μυστήριο της εξομολόγησης.
Δηλώνει με ειλικρίνεια ότι η επιρροή του πατέρα του, σαν “ μεγάλος πειρασμός “, περισσότερο και από τη γυναίκα, τον προτρέπει να βρει άλλο δρόμο για τον Θεό και αυτός είναι “η Πράξη “.
Ο αναγνώστης μπορεί να γίνει μέρος της συζήτησης για να αναμετρηθεί το ανάστημα της Ψυχής του ψελλίζοντας το Κράτησα τη ζωή μου.
Πώς είναι να κρατάς τη ζωή σου , κάτι που διαρκώς διαρρέει, αλλάζει, κυλάει, περνάει και χάνεται....
Πώς είναι να μιλάς με τον Άρπαγο, τον Μύρο, τον Κοσμά, τον Πέτρο, να εξομολογείσαι, και να φωνάζεις στη Θύρα του Θεού, είμαι Άνθρωπος;
Πόσο βαρύ είναι το μυστήριο της εξομολόγησης; Πώς περπατάς στη γης και πώς ξαλαφρώνει η καρδιά;
Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή,
δεν ξέρω πια να μιλήσω, μήτε να συλλογιστώ• ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα χαλίκια
σαν την ανάμνηση της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».
Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των νερών
κάτω απ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλειστά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες πού μου ξεφεύγουν
εκεί πού τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ό άνθρωπος
πού βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής.
Σήκω!
Το Θεό ζητάς; Να τον!
Είναι η πράξη, η γιομάτη σφάλματα, ψαχουλέματα, επιμονή κι αγώνα.
«Θεός είναι όχι η δύναμη που βρήκε την αιώνια ισορροπία, μα η δύναμη που σπάζει
αιώνια την κάθε ισορροπία, ζητώντας όλο κι ανώτερη. Και βρίσκει το Θεό και
δουλεύει μαζί του όποιος με την ίδια μέθοδο, στο στενό του κύκλο, αγωνίζεται
και προχωρεί. Σήκω, κατέβα με τους ανθρώπους, μάθε να τους αγαπάς και να τους
σκοτώνεις, ο έρωτας είναι σέβας, αγάπη και σιχαμός. Μην περιμένεις να γεννήσεις
τίποτα μοναχός σου. Θα υψωθείς μόνο παλεύοντας με τους ανθρώπους, ελεώντας,
μισώντας τη δύστυχη καρδιά μας. Να ’ρθεις με όλες σου τις αδυναμίες, τις
λιποψυχιές και τις χίμαιρες, αλάκερος. Θα καθαρίσεις παλεύοντας. Τι περιμένεις;


