Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

όλα τα ναι του κόσμου, ΦΩΤΕΙΝΗ ΤΣΑΛΙΚΟΓΛΟΥ

Mια νεαρή μητέρα ρώτησε τον Αϊνστάιν τι θα μπορούσε να κάνει για να προετοιμάσει καλύτερα το πεντάχρονο παιδί της για το σχολείο και τη ζωή. «Να του λέτε παραμύθια».
 «Καλά τα παραμύθια, αλλά τι άλλο;» απόρησε η νέα μητέρα. «Πολλά παραμύθια», επέμεινε ο άνθρωπος που σφράγισε τη σύγχρονη επιστήμη. Και όταν η μητέρα ρώτησε τρίτη φορά, κάπως δύσπιστα: «Καλά, εντάξει, αλλά και τι άλλο;», ο Αϊνστάιν είπε πως «δε χρειάζεται τίποτα περισσότερο. Μονάχα κι άλλα παραμύθια. Πάρα πολλά παραμύθια».





"Κάποτε δεν ήμουν η Ελένη. Ήμουν το μανταρίνι, το γλυκό του κουταλιού. Η καρδιά του μαρουλιού, το τζιέρι. Κι άλλα πολλά ήμουν που εκείνη κάθε τόσο επινοούσε. Ζούσα σ' ένα αστέρι που το λέγαν Μία. Στη Μία δε σκοτεινιάζει ποτέ. Χιλιάδες κόκκινα μπαλόνια πετούν ανενόχλητα στον ουρανό''. Η Φωτεινή Τσαλίκογλου γράφει μια νουβέλα γευστική , ένα παραμύθι γλυκό για μικρούς και μεγάλους ,για την ευτυχία που μας κλέψανε τα ΄΄μην΄΄ και τα ''σαν''.

«Κι οι λέξεις, οι λέξεις είναι όλες στη θέση τους. Καταδεκτικές. Καλόβολες. Σε πλήρη αρμονία με αυτά που έχεις στο νου σου.» (σελ. 58)
«… Και μέσα μου βαθιά, για πρώτη φορά με τόση δύναμη, επιθύμησα να είμαι καλά. Να είμαι καλά για ν’ αφηγηθώ την ιστορία. Να βρω τις λέξεις, τις καλοσυνάτες, τις φιλικές λέξεις, για να μπορέσω να διηγηθώ την ιστορία» (σελ. 73-74).   Η καταπληκτική αυτή γιαγιά, στο μάθημα αστρο-γνωσίας που δίνει στην εγγονή της, επινοεί κι ένα ουτοπικό άστρο, όπου όλα τα όντα ζουν με Ειρήνη, Αγάπη και Αρμονία, όπου δεν υπάρχει πόνος, λύπη, αρρώστια, δάκρυ, ματαίωση, απόρριψη, όπου όλες οι επιθυμίες πραγματοποιούνται αμέσως μόλις εκδηλωθούν.
Τα παιδιά μένουν παιδιά, στα σχολεία είναι κάθε μέρα γιορτή. Οι μεγάλοι δεν μεγαλώνουν άλλο, μένουν πάντα όπως είναι» (σελ. 57-58). Εδώ μπαίνουν και πολλά συμβολικά μοτίβα, όπως το Φως και το Σκότος: «Και η ομίχλη, ακόμα κι αν το μόνο που αντίκριζα ήταν μια γαλακτερή ομίχλη που κάλυπτε τα πάντα, και τίποτα δεν φαινόταν παρά μόνο το απέραντο λευκό, ακόμα και τότε δε μ’ ένοιαζε. Γιατί έλεγα πως σε λίγο θα έλθει το φως και θ’ αποκαλυφθούν τα λαμπερά τοπία. Γιατί το φως και μόνο αυτό είναι το φυσικό. Γιατί στο φως είναι παραδομένη η Μία.

 Και με προορισμό το φως γεννήθηκε» (σελ. 59-60). Αυτός είναι και ο μόνος κανόνας στο παιχνίδι όπου συμπράττουν γιαγιά και εγγονή: η πίστη άνευ όρων και ορίων. Ούτε καν τα όρια της λογικής δεν ισχύουν.
Αλλά και το μοτίβο της σιωπής έχει την τιμητική του .«Ολωνών ο λόγος τη σιωπή θα είχε σαν αφετηρία. Άλλωστε, τόση ώρα που σου μιλάω, το θόρυβο αυτής της σιωπής δεν πασχίζω να καλύψω; Μα, ναι, μην κρυβόμαστε. Δεν ωφελεί. Μηνύματα, λέξεις, χειρονομίες, τι αλλάζει; Η σιωπή θα κυβερνά. Τα λόγια που θα ψάχνουν τις χαμένες σημασίες των λέξεων και κουρασμένα θα λιγοστεύουν, όλο και θα λιγοστεύουν. Και πρόσωπα θ’ αναζητούν το πρόσωπό τους. Τις ξένες πατρίδες μέσα στο ίδιο τους το αφιλόξενο σπίτι. Οι πάγοι κι έπειτα οι αναπάντεχες ξηρασίες» (σελ. 44-45). Κι αμέσως μετά ο δραματικός μονόλογος της μεγάλης Ελένης διαφοροποιείται. Η κλινική ψυχολόγος-συγγραφέας γνωρίζει πώς να αποφεύγει το Σκότος και να αλαφραίνει τον τόνο της κουβέντας, γνωρίζει πώς να προσθέτει φωτεινότερα χρώματα στον πίνακα του Ερέβους: «Τα παραλέω; Χάνομαι στην υπερβολή; Φταίει ίσως η διάθεσή μου, που αλλάζει καθώς σιγά-σιγά πέφτει το σκοτάδι. Κι άντε να βρω μέσα μου τα άλλα χρώματα. Άντε να μαντέψω μέσα στο μαύρο το χρυσαφένιο, το πορτοκαλί, το μοβ. Και μάλιστα, μονάχη μου, δίχως τη δική της παρουσία. Ολομόναχη» (σελ. 45).
Ο φανταστικός ακροατής της αφηγήτριας παύει να είναι ένας (στις σελίδες 75-76), και γίνονται όλοι οι αναγνώστες συμμέτοχοι του λογοτεχνικού παιχνιδιού της: «Δε με πιστεύετε; Ανοίξτε διάπλατα το παράθυρο και τα μάτια σας και κοιτάξτε πέρα μακριά στον ουρανό. Κι αν δεν διακρίνετε τίποτα, κάντε το με λίγο περισσότερη προσοχή. Με λίγο περισσότερη πίστη, Ή έστω, με λίγο περισσότερη χάρη. Ναι, η χάρη αρκεί!»




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου