Κυριακή, 15 Ιουλίου 2018

Αυτοβιογραφία του ΓΙΟΣΙ ΓΚΙΝΣΜΠΕΡΓΚ - Η ζούγκλα (ταινία)- Προορισμός η Βολιβία Λατινική Αμερική

Η ανθρώπινη αντοχή έχει όρια; Η ζούγκλα φιλόξενη ή άξενη;Συχνά ανατριχιαστική η επιβίωση όπως και ο ρεαλισμός και ο ορθολογισμός σαν άποψη και σαν modus vivendi!

Ο Γιόσι Γκίνσμπεργκ είναι ενδιαφέρουσα φιγούρα. Το 1981, αμέσως μετά τη θητεία του στον ισραηλινό στρατό, και ενάντια στη θέληση των γονιών του, πραγματοποιεί επικίνδυνο ταξίδι στη ζούγκλα της Βολιβίας. Καταφέρνοντας να επιβιώσει ύστερα από τρεις εβδομάδες αβοήθητος, επέστρεψε στο ίδιο μέρος ύστερα από μια δεκαετία και εγκαταστάθηκε για χρόνια. Όταν ο Γιόσι χωρίστηκε από την ομάδα των φίλων του και χάθηκε στην ζούγκλα της Βολιβίας, βρέθηκε μόνος σε ένα εξαιρετικά αφιλόξενο και γεμάτο κίνδυνους περιβάλλον στο οποίο κατόρθωσε να επιβιώσει για τρεις ολόκληρες εβδομάδες πριν διασωθεί –σαν από θαύμα όπως λέει ο ίδιος.


Ο σκηνοθέτης Γκρεγκ Μακλίν γυρίζει σε αυθεντικές, μαγευτικές τοποθεσίες (αν και δεν βρίσκονται όλες στη Νότιο Αμερική) πετυχαίνοντας έτσι να ζωντανέψει το άγριο περιβάλλον όπου βρέθηκε ο ήρωάς του. Ο δε Ράντκλιφ, έχοντας χάσει και μπόλικα κιλά για τις ανάγκες του ρόλου, τα πηγαίνει αρκετά καλά ερμηνεύοντας τον κεντρικό χαρακτήρα του Γιόσι και παίζοντας σε μεγάλο μέρος της ταινίας ουσιαστικά μόνος.

Σήμερα ζει στην Αυστραλία και αποτελεί σημαίνουσα φιγούρα των περιβαλλοντικών κινημάτων αλλά και έμπνευση για όσους αγαπούν τις εξορμήσεις στην άγρια φύση.

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2018

Ο ΠΡΩΤΟΣ SHOWMAN

Η ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΗ ζωή του ΦΙΝΕΑ ΜΠΑΡΝΑΜ 1810-1891

Ανθρωπος του «ηρωικού» 19ου αιώνα , ο Αμερικανός σόουμαν ήταν ένας πολύ φιλόδοξος άνθρωπος, με επιχειρηματικό πνεύμα από αυτά που ενέπνευσαν τους συμπατριώτες του, προκειμένου να σχηματίσουν τη μετέπειτα εικόνα της χώρας τους.
Με τα σύγχρονα δεδομένα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και άκαρδος εκμεταλλευτής των περιθωριοποιημένων, τους οποίους χρησιμοποιούσε στις παραστάσεις του , όμως ενάμιση αιώνα πριν κάτι τέτοια θεωρούνταν πταίσματα. Σε κάθε περίπτωση, τα κάθε λογής σόου του Μπάρνουμ, μόνιμα ή περιοδεύοντα, τον καθιέρωσαν σε κορυφαίο λαϊκό διασκεδαστή και θρύλο στη συνείδηση του κοινού.

Ορφανός, πάμφτωχος, αλλά φιλόδοξος και γεμάτος ιδέες, ο Φινέας Τέιλορ Μπάρναμ θα δανειστεί και θα ρισκάρει τα πάντα για ένα εναλλακτικό σόου «ιδιαίτερων» ανθρώπων, γεννώντας στα μέσα του 19ου αιώνα τη σύγχρονη μορφή της showbiz. Φαντασμαγορική μουσική βιογραφία που, πάνω σε ένα προσχηματικό και απλοϊκό σενάριο, «απογειώνει» το θεαματικό στοιχείο.

Στο «The Greatest Showman»,  ο Jackman υποδύεται τον άνθρωπο που δημιούργησε το 1871 το περιοδεύον τσίρκο Ringling Bros και Barnum & Bailey Circus, το οποίο διαφημιζόταν ως «Το καλύτερο Σόου στη Γη» και θεωρείται προάγγελος των εντυπωσιακών θεαμάτων τύπου μιούζικαλ που ακολούθησαν.

«Ένα κακό μιούζικαλ είναι κάτι τρομερό, αλλά όταν ένα μιούζικαλ είναι επιτυχία δεν υπάρχει τίποτα σαν αυτό........ Οι άνθρωποι φωνάζουν και επευφημούν. Δεν υπάρχει κάτι αντίστοιχο. Στο τέλος, καθώς κάνεις υπόκλιση, δεν υπάρχει αίσθηση ότι βρίσκεσαι μπροστά σε ξένους. Είναι μια οικειότητα που αποκτάς, που είναι πολύ πιο έντονη από εκείνη που έχεις με τους ανθρώπους που γνωρίζεις εδώ και πολλά χρόνια. Είναι όλοι μαζί και ανοίγουν την καρδιά τους» υπογράμμισε.

FAHRENHEIT 451, R.BRADBURY

Αποτέλεσμα εικόνας για fahrenheit 451
Βρισκόμαστε σε μια κοινωνία, μελλοντική αλλά όχι και τόσο μακρινή, η οποία θεωρεί τα βιβλία ως πηγές άχρηστων πληροφοριών και κατάθλιψης. Ειδικές ομάδες πυροσβεστών έχουν αναλάβει την εξαφάνιση των βιβλίων καίγοντάς τα μόνα τους ή μερικές φορές και με τον ιδιοκτήτη τους. Και ενώ ολόκληρη η πολιτεία συνεχίζει να αποχαυνώνεται από την καλπάζουσα τεχνολογία και κάποια ρηχά-κακόγουστα θεατρικά έργα, ένας πυροσβέστης με αφορμή ένα εκκεντρικό κορίτσι που του ζητά απαντήσεις σε ερωτήματα που δεν είχε θέσει ποτέ στον εαυτό του ξεκινά μια περιπέτεια διάσωσης.

Μπορεί με την πρώτη ανάγνωση να φανεί αργό και η πλοκή όχι και τόσο ενδιαφέρουσα, αλλά σίγουρα με μια ματιά πίσω από το προφανές και την καμμένη επιδερμίδα του πρωταγωνιστή θα ανακαλύψει κανείς τη δίψα για αλήθεια και γνώση.
Ένα μυθιστόρημα που σίγουρα θυμίζει το γνωστό '1984', αφήνει το δικό του μήνυμα, ένα μήνυμα για τον πολιτισμικό θησαυρό και την μαγεία που κουβαλάνε τα βιβλία, τα οποία ακόμα και μέσα από τις φλόγες θα βρουν τον τρόπο να σε αγγίξουν, όπως μία γριούλα σε αγγίζει με στοργή για να σου μεταφέρει όλες τις εμπειρίες της πριν γίνουν όλα στάχτη.
                                           

                                                                       ΚΑΣΣΙΑΝΗ-ΚΑΛΥΨΩ

                                           

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2018

Μες στο κατακαλόκαιρο...ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ



Σιγά σιγά, μες στο κατακαλόκαιρο, το φως αφανίζει την Ελλάδα. Χωνεύει τα νησιά, εξουδετερώνει τις θάλασσες, αχρηστεύει τους ουρανούς. Μήτε που βλέπεις πια βουνά, μήτε δέντρα, μήτε πολιτείες, μήτε χώμα και νερό. Άφαντα όλα.
Πιωμένος φως – μονάχα μια σκιά μαύρη – ο άνθρωπος. Μια σκιά που μεγαλώνει, δυσανάλογα προστατευμένη από την ίδια του τη θυσία.
Η αντίσταση σ’ ένα τέτοιο φως: να ποιο είναι το βαθύτερο νόημα της ελληνικής αρχιτεκτονικής.
Μέσα στη διαφάνεια, πιο διάφανος ακόμη, πιο λευκός, ο Παρθενώνας δικαιώνει μυστηριακά την ύπαρξή του την ώρα που το μεσημέρι το αττικό φτάνει στη μεγαλύτερή του ένταση κι όπου μονάχα νεράιδες τριγυρνάν μες στο θαμπωτικό διάστημα.
Η Ελλάδα στους χάρτες ανύπαρχτη.
Λες και βρήκε ο κόσμος το μακαρισμένο τέλος του σ’ αυτή την απόλυτη ισότητα.

Κι όμως, το ίδιο αυτό φως, το αστραφταβόλο, το καταιγιστικό, που αναιρεί την Ελλάδα μες στα μεσημέρια, την αποκαθιστά πάλι το ηλιοβασίλεμα κάτω από τα φαντασμαγορικά πυροτεχνήματα του δειλινού και αργότερα κάτω από την τρυφερή παρουσία της Σελήνης.


Τότε ξαναβρίσκει τον εαυτό της η Ελλάδα. Ξαναγίνεται αυτό που πραγματικά είναι. Ξαναπαίρνει στους χάρτες τη θέση που της αξίζει. Θέλω να πω τη θέση των ονείρων.
(Ο. Ελύτης, Εν λευκώ, Ίκαρος)

Το κόκκινο σπουργίτι, Τζέισον Μάθιους


Η Ντομινίκα Εγκόροβα (η βραβευμένη με Όσκαρ Τζένιφερ Λόρενς) έχει πολλές ιδιότητες. Είναι μία αφοσιωμένη κόρη, αποφασισμένη να προστατέψει τη μητέρα της με κάθε κόστος. Είναι πρίμα μπαλαρίνα με τέτοια ένταση, που έχει ωθήσει το μυαλό και το σώμα της στα όρια. Είναι αριστοτεχνική στη μάχη της αποπλάνησης και της παραπλάνησης.
Όταν της τυχαίνει ένας τραυματισμός που την αναγκάζει να τερματίσει την καριέρα της, η Ντομινίκα και η μητέρα της αντιμετωπίζουν ένα δυσοίωνο και αβέβαιο μέλλον. Αυτός είναι και ο λόγος που πέφτει θύμα εκμετάλλευσης για να γίνει η νέα στρατιώτης της σχολής «Σπουργίτι», μίας μυστικής υπηρεσίας που εκπαιδεύει ξεχωριστούς νεαρούς ανθρώπους να χρησιμοποιούν το σώμα και το μυαλό τους ως όπλο.

Αφού υπομένει τη σαδιστική, διεστραμμένη διαδικασία εκπαίδευσης, αναδύεται ως το πιο επικίνδυνο «Σπουργίτι» που έχει βγάλει ποτέ η υπηρεσία. Η Ντομινίκα, πλέον, θα πρέπει να συμφιλιώσει τον παλιό εαυτό της με τη δύναμη που κατέχει τώρα, την ίδια ώρα που η ζωή της και όλοι αυτοί που αγαπά βρίσκονται σε κίνδυνο, συμπεριλαμβανομένου κι ενός πράκτορα της CIA που προσπαθεί να την πείσει πως είναι ο μόνος, τον οποίο μπορεί να εμπιστευτεί.
Όταν ο συγγραφέας του «Κόκκινου Σπουργιτιού», Τζέισον Μάθιους, ολοκλήρωσε μετά από 30 χρόνια τη θητεία του στη CIA, κατάλαβε ότι δεν ήταν έτοιμος να περάσει τα επόμενα χρόνια του ως αδρανής συνταξιούχος κι έτσι ξεκίνησε να γράφει το πρώτο του βιβλίο που θα βασιζόταν στις εμπειρίες του από τα χρόνια του ως πράκτορας. Το «Κόκκινο Σπουργίτι» εκδόθηκε το 2013 και έγινε αμέσως best-seller, ενώ ακολούθησαν ακόμα δύο βιβλία που ολοκλήρωσαν την τριλογία: το Palace of Treason και το The Kremlin’s Candidate.
«Η Ντομινίκα είναι προϊόν μυθοπλασίας, σε αντίθεση με τους περισσότερους χαρακτήρες του βιβλίου που είναι αληθινοί» αναφέρει ο Μάθιους για τον κεντρικό χαρακτήρα του. Το ίδιο αληθινή ήταν και η σχολή «Σπουργίτι», όπως αναφέρει. «Στη Σοβιετική Ένωση, είχαν μια σχολή που δίδασκε νεαρές γυναίκες την τέχνη της αποπλάνησης για τον εκβιασμό ‘’έξυπνων’’ στόχων. Υπήρχε μια σχολή ‘’Σπουργίτι’’ στο Καζάν, στις όχθες του ποταμού Βόλγα, όπου οι γυναίκες μάθαιναν πώς να είναι ‘’συνοδοί’’. Τις αποκαλούσαν ‘’Σπουργίτια’’».
Όταν οι παραγωγοί ταινίας διάβασαν το βιβλίο ενθουσιάστηκαν. «Μας τράβηξε το γεγονός ότι ο συγγραφέας υπήρξε πράκτορας της CIA, σε συνδυασμό με το ότι αυτό ήταν το πρώτο του βιβλίο και μια από τις πιο φρέσκες και μοναδικές κατασκοπικές ιστορίες που είχαμε διαβάσει. Επίσης, λατρέψαμε το ότι είχε γυναίκα ηρωίδα κι όχι τον Μπορν, τον Μποντ ή κάποιον χαρακτήρα του Λε Καρρέ», σχολιάζει η Τζένο Τόπινγκ, μια από τους παραγωγούς.
«Ερωτεύτηκα αμέσως το βιβλίο για τη φρεσκάδα και τον χαρακτήρα της Ντομινίκα, καθώς και για τη γενικότερη σεξουαλικότητά που αποπνέει», συμπληρώνει ο σκηνοθέτης της ταινίας, Φράνσις Λόρενς, ενώ σημειώνει πως στόχος του ήταν να κρατήσει τα βασικά στοιχεία του μυθιστορήματος κατά τη μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη.



Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2018

Με στίχους του Ελύτη... δημιουργούμε!

Όταν οι στίχοι του Ελύτη εμπνέουν...
οι μαθητές γίνονται ποιητές!


Οι άγγελοι τραγουδάνε. Και οι ερωτευμένοι επίσης.
Σ’ αγαπάω, μ’ ακούς;
Γι’  αυτό, κοντά στα ποιήματά μου, δοκίμασα να γράψω και μερικά τραγούδια, χωρίς να τα υποτιμώ καθόλου. Έτσι, ή αλλιώς, μιλά κανείς για τα πράγματα που αγαπάει, και από εκεί και πέρα το λόγο έχουν αυτοί που θα τ’ ακούσουν.
Έτσι μιλώ για σένα και για μένα.
Επειδή σ’ αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
να μπαίνω σαν Πανσέληνος.
Από παντού, να σε φυσώ να σε πηγαίνω.
Μεσ’  από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές.
Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο.
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά.
Τόσο η ελάχιστή σου αναπνοή.
Που πια δεν έχω τίποτε άλλο.
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα.
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου.
Να μυρίζω από σένα και ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι.
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’  αλλού φερμένο.
Δεν τ’  αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες τον κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ για σένα και για μένα.
Σ’ αγαπάω, μ’ ακούς;
Κ. Α.

Μέρα με τη μέρα ζω –πού ξέρω όμως αύριο τι θα ξημερώσει. Για αυτό πιάνω το πρέπει από το ιώτα και το γδέρνω ίσαμε το πι. Πάντα εμείς το φως και η σκιά στην γη. Χίλιοι δύο προφυλάνε σε κοιτάν και δεν μιλάνε. Είσαι σήμερα μονάρχης και ώσαμε αύριο δεν υπάρχεις.
Μ. Α.




Απόψε βράδυ Αυγούστου οχτώ
άρχισαν οι λέξεις μου να εκδίδονται.
Δεν παίζω με τα λόγια.
Έχοντας ερωτευτεί κ αι κατοικήσει αιώνες
μες στη θάλασσα έμαθα γραφή και ανάγνωση
Έτσι μιλώ για σένα και για μένα
Επειδή σ’  αγαπάω και στην αγάπη
ξέρω να μπαίνω σαν Πανσέληνος
από παντού για εσένα.
Σ’  αγαπάω μ’ ακούς;
Αυτό που λέμε «σ’ αγαπώ»
στα δέντρα θα το τρίξω
Με τον αέρα να σ’ το πω
και να σου το φυσήξω.
Ό,τι εθέλησε η ζωή να μου εχαρίσει
το χρωστώ σ’  ένα είδους ειδικού θάρρους
που μου δωκεν η Ποίησις: να γίνομαι
άνεμος για το χαρταετό και χαρταετός για τον άνεμο.
Μέρα τη μέρα ζω –πού ξέρεις αύριο τι ξημερώνει
Όσο κι αν κανείς προσέχει
όσο και αν το κυνηγά
πάντα θα ‘ναι αργά,
δεύτερη ζωή δεν έχει.
Γι’  αυτό στο ξαναλέω
Σ’ αγαπάω μ’ ακούς;
Μ. Γ.

Η δροσιά γεννιέται μεσ’ τα φύλλα
όπως μεσ’ τον απέραντο ουρανό
το ξάστερο συναίσθημα.

Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’  ουρανού με τ’ άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

«Σού ΄μελλε να χαθείς εδώ για να σωθείς μακριά».

Παράθυρα τρεμάμενα στο φως του εσπερινού
Μια στιγμή που προσπέρασες την ευτυχία
Σαν τραγούδι όπου κρύφθηκε μήπως το δεις.

Δεν παίζω με τα λόγια. Μιλώ για την κίνηση που ανακαλύπτει κανείς να σημειώνεται μέσα στη «στιγμή» όταν καταφέρει να την ανοίξει και να της δώσει διάρκεια.

Μ’ ένα τίποτα έζησα
Μονάχα οι λέξεις δε μου αρκούσανε.

Θα ‘ρθει μέρα, μ’ ακούς

Είναι νωρίς ακόμη μές στον κόσμο αυτόν, μ’ ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα μ’  ακούς;

Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει ακούς;
ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει
ακούς;
Είμ’  εγώ που φωνάζω κι είμ’  εγώ που κλαίω, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς.

Δρόμο σε πήγα, δρόμο μακρινό
νυχτόμερα βαδίζοντας
πείνασα και ματώθηκα
μα να σ’ αφήσω δεν μπορώ.

Ο ουρανός μου είναι βαθύς κι ανάλλαχτος.
Ό, τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα.
Ό, τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα.

Και περάσανε μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα. Και θερίσανε πλήθος τα θηρία, και άλλους εμάζωξαν.

Μοίρα των αθώων, πάλι μόνη, νά σε, στα Στενά!
Στα Στενά τα χέρια μου άνοιξα
Στα Στενά τα χέρια μου άδειασα
κι άλλα πλούτη δεν είδα, κι άλλα πλούτη δεν άκουσα
παρά βρύσες κρύες να τρέχουν.

Μέρα τη μέρα ζω, πού ξέρεις αύριο τι ξημερώνει.

Στα φανερά και στα κρυφά
σου το ΄πα για τα σύννεφα.
Για σένα και για μένα.
Μ. Β.

 Ω σώμα του καλοκαιριού γυμνό καμένο.
Με φύκια ή βότσαλα.
Περάσανε τα χρόνια φύλλα ή βότσαλα
Σώμα του βράχου και ρίγος της καρδιάς.

Μ’ ένα τίποτα έζησα
Μονάχα οι λέξεις δεν μου αρκούσανε
Θυμάμαι ήταν Απρίλης όταν ένιωθα
πρώτη φορά το ανθρώπινο βάρος σου
Το ανθρώπινο σώμα σου πηλό και αμαρτία

Ακουστά σ’  έχουν τα κύματα
Πώς χαϊδεύεις, πώς φιλάς
Πρόσεχε να προφέρεις καθαρά τη λέξη
θάλασσα αν μ’  αγαπάς.

Σ’  έκανα πουκάμισό μου
σε φορώ και περπατάω
Με το σώμα το δικό μου
στο δικό σου σε κρατάω.

Να μαδάω γιασεμιά –κι έχω τη δύναμη
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Για να πατάς στερεά στη γη
Επειδή σε αγαπάω και στην αγάπη ξέρω
Με ένα τίποτα έζησα
Δεν παίζω με τα λόγια
Όμως της ημέρας η κεντιά του πόνο δεν αφήνει
«Μη» κι ύστερα πάλι «Μη»,
«Μωρό μου»,
Να τσακίσω εκείνο που δεν γίνεται,
Η ψυχή μου ζητούσε Σηματωρό και
Κήρυκα,
Όλος ο κόσμος να απορεί,
Η αγάπη μου πεθαίνει,
Και μες τα δάκρυα την κοιτώ,
Που μόλις ανασαίνει,
Γίνεται η αγάπη αιώνια,
Την αγάπη να σου φέρει;


Θυμάμαι ήταν Απρίλης όταν ένιωθα πρώτη φορά το ανθρώπινο βάρος σου
βοή σε απόσταση μηνών, Ω! λινό καλοκαίρι
κι εκείνα τα χέρια σαν όπου θα τυραννιέται ο έρωτας.
Το ανθρώπινο σώμα σου πηλό και αμαρτία.
Μα βοή σε απόσταση μηνών.
Ω! λινό καλοκαίρι
Ω! σώμα του καλοκαιριού γυμνό καμένο
γλείφω και γεύομαι την αρμύρα του.
Χειμώνα ελάχιστε, λινό καλοκαίρι.
Περάσανε τα χρόνια, φύλλα ή βότσαλα και εγώ
περιμένω κάθε Απρίλη.
Ω! λινό καλοκαίρι των ερώτων μου όλων
Ο πολιούχος.

Απόψε βράδυ Αυγούστου οχτώ
πόρτες παράθυρα ανοιχτά
νιώθω, ξάφνου να μου κόβεται η μιλιά
με κείνη τη θέση στα δεσμά μου.


«Μια φορά και έναν καιρό»

Άκουσα μες στον ύπνο σου
που κολυμπούσε ο κύκνος σου

Σ’ έκανα πουκάμισό μου
σε φορώ και περπατώ
με το σώμα το μισό μου
στο δικό σου που κρατώ

Δώσε μου δυόσμο να μυρίσω
λουΐζα και βασιλικό

Ν’ ανάβουν οι Άγιοι κερί
στη χάρη των δυονώ μας
και τα ψαράκια να φιλούν
την άκρη των ποδιών μας

Ασ’ τον άνεμο να λέει άσ’ τον να λυσσά
κάποιος θά ‘ναι ο Αγαμέμνων κάποια η φόνισσα

Αχ αλί κι αλίμονό μας
μες στον κόσμο το δικό μας
Είσαι σήμερα μονάρχης
κι ώσαμ’  αύριο δεν υπάρχεις

Οι βάρκες να ανεβαίνουνε
ως τα ψηλά μπαλκόνια

Νά ΄χα μια γομολάστιχα
να πιάνει στα Γραμμένα
να σβήσω τα τετράστιχα
και να κρατήσω εσένα.
Κ. Ξ.