Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2015

ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ


            Τα χρόνια τα παλιά, των βασιλιάδων και των ιπποτών, ήταν μια πανέμορφη κοπέλα. Είχε δέρμα πορσελάνινο, χαμόγελο φίλντισι και μαλλιά κεχριμπάρι. Στο χωριό τα παλικάρια σφάζονταν, ποιο θα την παντρευτεί ώσπου ένας τρελάθηκε μια βραδιά, μπήκε στην κάμαρά της και την έκλεψε. Εκείνη δεν τόλμησε να του φέρει αντίρρηση και τον παντρεύτηκε ένα Αυγουστιάτικο δειλινό σ' ένα ερημοκλήσι δίπλα στη θάλασσα. Πέρασαν τα χρόνια κι η κοπέλα με τις φαρδιές καμπύλες και το πλούσιο στήθος έκανε όντως πολλά παιδιά, γερά και ξύπνια. Αλλά άτιμο πράμα η ομορφιά.
            Ήρθαν κάποτε καιροί δύσκολοι. Ο βασιλιάς του γειτονικού βασιλείου θέλησε να κατακτήσει όλον τον κόσμο. Καβάλησε τ' άλογο κι άρχισε να μπαίνει στα κοντινά βασίλεια. Όπου αντιστέκονταν, άναβε φωτιές, γκρέμιζε, έβγαζε μαχαίρι. Έφτασε μια νύχτα έξω απ' το σπίτι τους και θαμπώθηκε από την ομορφιά της κοπέλας. Ήταν κι εκείνος πανέμορφος, με ξανθά μαλλιά και βαθυκύανα μάτια. Η κοπέλα ήταν ιδανική γι αυτόν και δε θα ησύχαζε αν δε γινόταν δική του.
            Άρπαξε έτσι τον άντρα της και ζήτησε να του τη δώσει. “Αυτή η γυναίκα μόνο πλάι μου θα ευτυχήσει” του είπε “δώσ' τη μου και θα ζήσει εκείνη καλά κι εσύ καλύτερα”. “Δε σ'τη δίνω” του φώναξε και τον έδιωξε απ' το σπίτι τους.
            Ο βασιλιάς έβαλε στόχο να τους καταστρέψει. Έτρεξε στα υπόγεια του παλατιού και έλυσε τον πελώριο δράκο που είχε δεμένο για να καταστρέψει την οικογένεια της πανέμορφης κοπέλας.
            Ο δράκος δεν άφησε τίποτα όρθιο στο πέρασμά του. Έβγαζε φωτιές, πυρπολούσε τα πάντα, καταβρόχθιζε όποιον πήγαινε να του κλείσει το δρόμο. Φτάνοντας στο σπίτι βρήκε στην αυλή ένα από τα παιδιά και το κατάπιε αμάσητο. Έπειτα ξέρασε με μανία φωτιά, ώσπου ολόκληρο το χωριό έγινε καμίνι. Η κοπέλα μαζί με το σύζυγο και τα παιδιά της έτρεξαν στο βουνό να γλιτώσουν κι έμειναν εκεί ώσπου να καταλαγιάσει η πυρκαγιά. Όταν πια κουράστηκε ο δράκος, επέστρεψαν στο κατεστραμμένο σπίτι τους και ξεκίνησαν να περιμαζεύουν τα συντρίμμια, για να ξαναχτίσουν το σπίτι τους. Τελικά, μια μέρα ο άντρας πέθανε κι η πανέμορφη κοπέλα παντρεύτηκε ξανά.
            Ο βασιλιάς βρήκε το γάμο αυτό ευκαιρία για να αποκτήσει τη γυναίκα που του είχε κυριεύσει το μυαλό. Χτύπησε λοιπόν την πόρτα και είπε στο νέο σύζυγο. “Θέλω τη γυναίκα σου. Δώσ' τη μου για να επιβιώσεις. Θα σε αφήσω να κρατήσεις το μισό στάρι σου. Αλλιώς θα σας καταστρέψω, δε θα αφήσω τίποτα όρθιο”. Εκείνος ταράχτηκε. Την αγαπούσε τη γυναίκα του, αλλά ήταν τίμιος κι ήξερε ότι μια τέτοια απόφαση δεν έπρεπε να την πάρει μόνος του. “Εγώ” του είπε “δε στη δίνω, αλλά κι έτσι κι αλλιώς δε μου πέφτει και λόγος. Εγώ έχω λίγους μήνες σ' αυτό το σπιτικό. Θα ρωτήσω τα παιδιά της κι ό,τι πουν αυτά”. Μάζεψε λοιπόν τα πέντε παιδιά και τα ρώτησε: “Θέλετε να πουλήσετε τη μάνα σας στο βασιλιά, ναι ή όχι;” Τα παιδιά σάστισαν, για αρκετή ώρα δεν έβγαλε άχνα κανένας. Κάποια στιγμή, ο μικρότερος γιος βρόντηξε το χέρι του στο τραπέζι, “Όχι ρε, δε την πουλάω εγώ τη μάνα μου σ' αυτό το κτήνος. Μπορεί να μοιάζει όμορφος και με καλούς, βασιλικούς τρόπους, στα μπουντρούμια του, όμως κρύβει το δράκο. Κατέστρεψε τη γη μου, εξαιτίας του νεκροφίλησα τον αδερφό μου. Μου γκρέμισε το σπίτι και μ' έστειλε σε απάτητα βουνά, για να γλιτώσω. Βόλι θα πάρει από μένα όχι τη μάνα μου” Τα λόγια του βρήκαν ανταπόκριση και σ' ακόμα ένα παιδί αλλά μετά πήρε το λόγο άλλος αδερφός. “Ας την πάρει αφού τη θέλει, χαλάλι του. Εγώ δεν ξαναπερνάω όσα πέρασα.” Ο μικρότερος φούντωσε και πάλι. “Τη μάνα σου θα δώσεις;” του είπε “σε μεγάλωσε για να της πεις τέτοιο ευχαριστώ; Μη φοβάσαι μωρέ... Είμαστε προκομμένοι και θα επιβιώσουμε, είδες πως τότε δεν κατάφερε να μας εξοντώσει. Θα περάσουμε δύσκολα αλλά θα 'μαστε ενωμένοι και με το κεφάλι ψηλά, με κούτελο καθαρό”. Όσο κι αν φώναξε δεν κατάφερε να πείσει τα άλλα τρία αδέρφια του που ήταν τεμπέληδες και αλαφροΐσκιωτοι. Φοβόντουσαν. Προτιμούσαν τη σιγουριά και δεν ήθελαν να δουλέψουν και να ξαναποχτήσουν απ την αρχή ό,τι είχαν, προτίμησαν να παραδώσουν τη μάνα τους στα χέρια του βάναυσου βασιλιά κι έτσι έγινε. Την ίδια μέρα η μάνα τους αφού ούρλιαξε ώσπου να της κοπεί η ανάσα, ανέβηκε στην άμαξα κι έφυγε για το παλάτι. Εκεί ο βασιλιάς την γλέντησε λίγες μέρες κι ύστερα την πέταξε σ' ένα κελί. Στο σπίτι τα παιδιά της άρχισαν να φαγώνονται σα τα σκυλιά. Έπεσε χαλάζι και κατέστρεψε τη σοδειά. Ήρθαν κι αρρώστιες και κρεβατώθηκαν όλοι μιας και δεν είχαν τη μάνα τους να τους γιατροπορέψει. Στο τέλος τα έβαλαν και με τον πατριό τους γιατί δεν αποφάσισε μοναχός του και τους έφερε εδώ που τους έφερε. Στο χωριό δε τους μιλούσε κανείς, τους έφτυναν που ξεπούλησαν τη μάνα τους. Μια μέρα πήγε σπίτι τους ο παπάς. “Μέγα λάθος παιδιά μου” τους είπε “δε σας είχα πει εγώ να μελετάτε τις Γραφές; Αν το κάνατε θα διαβάζατε το πάθημα του Ησαύ και δε θα πουλούσατε τα πρωτοτόκια για ένα πινάκιο φακές! Το διαμάντι δεν το δίνουν για λίγο στάρι τέκνα μου! Αν διαβάζατε θα ξέρατε ότι ο Χριστός δείλιασε για μια στιγμή αλλά δεν αρνήθηκε το σταυρό. Σας φόβισε, ανόητοι, η σταύρωση δε σκεφτήκατε όμως ότι είναι ο μόνος δρόμος για την Ανάσταση!”
            Μετά απ' αυτά τα λόγια τα αδέρφια διχάστηκαν ακόμα πιο πολύ. Πιάστηκαν στα χέρια, έβγαλαν μαχαίρι. Τα δύο από τ' αδέρφια έπεσαν στο χώμα νεκρά. Ο πατριός τους σάλεψε, έφυγε μακριά και ζει σε μια καλύβα ολομόναχος. Από τ' άλλα αδέρφια τα δύο πέθαναν από την πείνα κι έτσι έμεινε μόνο ένα παιδί, το μικρότερο. Μέχρι σήμερα δουλεύει σκληρά για να βγάλει το ψωμί του κι όταν τελειώνει τρέχει στους τάφους των αδερφών του. Αυτό του έμεινε, να τους καθαρίζει τα μνήματα και να κλαίει για την τύχη της οικογένειάς του. Κι όταν ξαπλώνει, για να κοιμηθεί, ένα πράγμα σκέφτεται μόνο: πώς θα ελευθερώσει τη μάνα του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου